Mε το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον

ME TO ΒΛΕΜΜΑ ΣΤΡΑΜΜΕΝΟ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ.
ΟΡΙΖΟΥΣΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ

Στην εκπαίδευση μιλάμε συχνά για το μέλλον. Ίσως γιατί οι νέοι αποτελούν εξ ορισμού συστατικό στοιχείο του μέλλοντος. Ίσως γιατί σ’ αυτό εναποθέτουμε τη δικαίωση σχεδιασμού και προσπαθειών που εκ των πραγμάτων έχουν ορίζοντα μακροπρόθεσμο. Ίσως γιατί σ’ αυτό αναζητούμε μια δεύτερη ευκαιρία ύστερα από τη διάψευση προσδοκιών και οραμάτων του παρελθόντος. Ίσως απλά γιατί φοβόμαστε το άγνωστο και προσπαθούμε με τις αναφορές στο μέλλον να το ξορκίσουμε.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από την πρώτη στιγμή της συγκρότησής τους στα εκπαιδευτικά συστήματα ανατέθηκε η οικοδόμηση του μέλλοντος που οραματίζονταν οι εθνικές ηγεσίες. Ανάμεσα στα οράματα αυτά η πραγμάτωση της εθνικής παλιγγενεσίας για την Ελλάδα· «ο φωτισμός του λαού … η προώθηση του κοινού καλού» και η δημιουργία ηγετών που θα διασφαλίζουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών για τις ΗΠΑ· η ανάπτυξη ενιαίας και συνεκτικής εθνικής κουλτούρας που θα αναδείκνυε τη δόξα και το μεγαλείο της πατρίδας για τη Γαλλία• η ενίσχυση του φιλελεύθερου ατομικισμού ως κινητήριας δύναμης αειφόρου οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής σταθερότητας για την Αγγλία.

Ένα και πλέον αιώνα αργότερα, κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, στην εκπαίδευση ανατέθηκε και πάλι η υλοποίηση του νέου οράματος για ένα δικαιότερο και ευημερούντα κόσμο. Ο εκδημοκρατισμός της εκπαίδευσης θα εξασφάλιζε ίσες ευκαιρίες προκοπής και κοινωνικής ανόδου σε όλους και θα παρήγαγε το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό που με τη σειρά του θα συνέβαλε στην οικονομική ανάπτυξη και στην αύξηση του προς διανομή πλούτου.

Θα έλεγε κανείς, με άλλα λόγια, πως για δύο σχεδόν αιώνες το όραμα ενός καλύτερου κόσμου έμοιαζε να είναι αυτό που κυρίως διαμόρφωνε την πορεία της εκπαίδευσης στο μέλλον και που προσδιόριζε τις βασικές επιλογές στην εκπαιδευτική πολιτική. Η πεποίθηση για παράδειγμα ότι η κλασική γραμματολογία καλλιεργεί το πνεύμα και την ψυχή του ανθρώπου και διαμορφώνει πολίτες υπεύθυνους και δημιουργικούς, το όραμα για τη δημιουργία μιας τέτοιας κοινωνίας πολιτών, ήταν αυτό που για δεκαετίες άφησε περιθωριοποιημένα στο σχολικό πρόγραμμα τα πρακτικά μαθήματα, ακόμη και σε εποχές που ο διεθνής βιομηχανικός ανταγωνισμός συνηγορούσε και παρωθούσε για το αντίθετο. Στην ίδια αυτή λογική το όραμα ενός κόσμου στον οποίο η εκπαίδευση αποτελεί δικαίωμα όλων και όχι προνομιακή παροχή του κράτους οδήγησε στην προοδευτική διεύρυνση και μεγέθυνση του εκπαιδευτικού συστήματος και στην ανάληψη του σχετικού οικονομικού κόστους, ακόμη και σε εποχές, όπως η δεκαετία του 1960, στις οποίες τα πρώτα σημάδια της ύφεσης ήταν κιόλας ορατά.

Από το όραμα στον «πραγματισμό» για την εκπαίδευση

Όμως, από τις αρχές ήδη της δεκαετίας του 1980 ο οραματικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης φαίνεται να υποχωρεί και περισσότερο πραγματιστικές θεωρήσεις να επικρατούν. Δεν είναι πλέον τόσο το όραμα –συχνά ρομαντικό, ίσως ουτοπικό ή ακόμη και υποβολιμαίο– που οδηγεί τα βήματά μας στο αύριο. Είναι οι συνθήκες, οι ιστορικές συγκυρίες, οι ανάγκες που με τρόπο σχεδόν αναπόδραστο υποστηρίζεται ότι χαράζουν –ότι πρέπει να χαράζουν– την πορεία μας σ’ αυτό. Οι κάθε λογής “πραγματιστές” της εποχής επικαλούνται επιχειρήματα που η συστηματική δημόσια προβολή τους τα κάνει να φαντάζουν πια ακαταμάχητα.

Το πρώτο επιχείρημά τους είναι συνυφασμένο με την ίδια τη φύση του πραγματισμού. Το όραμα είναι γι’ αυτούς μια εξ ορισμού νοητική, μια ιδεολογική κατασκευή, την οποία μάλιστα δεν αντιλαμβάνονται όλοι με τον ίδιο τρόπο και δε συμμερίζονται όλοι στον ίδιο βαθμό• μια κατασκευή που τεχνηέντως υπαγορεύεται στους πολλούς για να υπηρετηθούν τα συχνά ανομολόγητα συμφέροντα των λίγων. Σε κάθε περίπτωση το όραμα υποστηρίζεται ότι παραγνωρίζει κρίσιμες παραμέτρους της πραγματικότητας στην οποία θα εφαρμοστεί, πράγμα που στην καλύτερη περίπτωση οδηγεί σε δονκιχωτισμούς, σε διαψεύσεις, σε απογοητεύσεις και τελικά σε ανάσχεση της πορείας προς το μέλλον, ενώ στη χειρότερη μετατρέπει το όνειρο σε εφιάλτη, όπως τόσο συχνά έχει συμβεί στην παγκόσμια ιστορία. Μια από τις συνηθέστερες και περισσότερο προβεβλημένες από την πλευρά των «πραγματιστών» περιπτώσεις παραγνώρισης της πραγματικότητας αφορά την πρακτική να μη λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στη χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής η οικονομική παράμετρος. Είναι γνωστή η σχετική καταγγελτική επιχειρηματολογία των «πραγματιστών» για την εκπαίδευση που ισχυρίζεται ότι οι οραματιστές ελάχιστα προσμετρούν το κόστος και τις παράπλευρες οικονομικές συνέπειες των προτάσεών τους. Διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΟΣΑ και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, φιλελεύθεροι πολιτικοί όπως η Θάτσερ παλιότερα ή ο Ραφαρέν σήμερα, αλλά και σοσιαλιστές ομόλογοί τους όπως ο Μπλερ και ο Σρέντερ μιλούν για ανορθολογική χρήση των διατιθέμενων για την εκπαίδευση πόρων, για μια ετεροβαρή σχέση ανάμεσα στο κόστος και την αποτελεσματικότητα της δημόσιας εκπαίδευσης, για την ανάγκη να αναλάβει ο ιδιωτικός τομέας μέρος των βαρών και της διαχείρισης των εκπαιδευτικών πραγμάτων. Επειδή η ανάπτυξη απαιτεί επενδύσεις και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας οικονομίες και ορθολογική διαχείριση στον κοινωνικό τομέα, η εμμονή στο όραμα του πρόσφατου χτες είναι, ισχυρίζονται, απλώς αδιέξοδη και εξωπραγματική.

Υπάρχει εντούτοις και ένα δεύτερο πιο αξιόλογο επιχείρημα από την πλευρά των πραγματιστών, το οποίο εκπορεύεται από αναλύσεις και εκτιμήσεις της ιστορικής φάσης που διανύουμε σήμερα. Ανάμεσά τους πολλοί, ιδιαίτερα στους ακαδημαϊκούς κύκλους, ξεκινούν με την εύλογη διαπίστωση ότι το όραμα που οδηγεί την εκπαίδευση δεν αναπτύσσεται εν κενώ, αποκομμένο από τη σύγχρονη κοινωνική, οικονομική, πολιτική και πολιτισμική πραγματικότητα. Αν συνεπώς η εκπαίδευση βρίσκεται σήμερα σε κρίση, αυτό οφείλεται στο ότι παραγνωρίζεται προκλητικά η νέα πραγματικότητα που διαμόρφωσαν οι βαθιές και εκτεταμένες αλλαγές στο εκπαιδευτικό συγκείμενο.

Για τους θιασώτες της άποψης αυτής, ο ιστορικός κύκλος της νεωτερικότητας που άνοιξε με το Διαφωτισμό έχει κλείσει ή τουλάχιστον διανύει την τελευταία του φάση. Η δημόσια εκπαίδευση, υποστηρίζεται, θεσμοθετήθηκε το 19ο αιώνα και αναπτύχθηκε στη συνέχεια για να υπηρετήσει τις αρχές και τις προτεραιότητες της νεωτερικότητας. Από τα πρώτα βήματα χρησιμοποιήθηκε ως μέσο για την ανάπτυξη του έθνους κράτους, για τη θεμελίωση της εθνικής ταυτότητας, για τη διασφάλιση της πολιτισμικής ενότητας και της κοινωνικής συνοχής, για την ικανοποίηση των αναγκών του αναδυόμενου κόσμου της βιομηχανίας. Το εκπαιδευτικό σύστημα υιοθέτησε και καλλιέργησε μια αντίληψη για τη γνώση που την ήθελε να είναι επιστημονική, δηλαδή αυστηρά όσο και αντικειμενικά τεκμηριωμένη, οριοθετημένη σε διακριτούς επιστημονικούς κλάδους, με συγκεκριμένη εσωτερική δομή και με διαχρονική την ισχύ των αρχών και των νόμων που τη διέπουν. Οραματίστηκε έναν άνθρωπο ορθολογιστή, ηθικό, δημιουργικό και ελεύθερο, πολίτη μιας πατρίδας με ενιαία εθνική ταυτότητα δίνοντας στην καθεμιά από τις έννοιες αυτές ένα ιδιαίτερο νοηματικό περιεχόμενο ανάλογα με την εποχή, τη χώρα και την κυρίαρχη κάθε φορά κοινωνική ομάδα. Δημιούργησε ένα σχολείο που μορφολογικά και λειτουργικά θύμιζε έντονα, αν δεν είχε κιόλας ως πρότυπό του, τη βιομηχανική μονάδα παραγωγής. Σχολείο με μεγάλα και επιβλητικά κτήρια, με ευρύχωρες αίθουσες και αύλειους χώρους που προστατεύονταν από τοίχους ψηλούς που αποθάρρυναν τον αυτόκλητο επισκέπτη. Σχολείο πολυάνθρωπο με συγκεκριμένο ωράριο λειτουργίας και προκαθορισμένες νόρμες λειτουργίας, οι οποίες καθορίζονταν αποκλειστικά από τους παραγωγούς, τους δασκάλους δηλαδή και τις εκπαιδευτικές αρχές. Σχολείο που υιοθέτησε τη γραμμική εκπαιδευτική διαδικασία, κατά το πρότυπο της Τεϋλορικής γραμμής, με τη διδακτέα ύλη να επιμερίζεται σε διαδοχικές τάξεις, το μαθητή να περνάει από δάσκαλο σε δάσκαλο, τη διδακτική μεθοδολογία να ακολουθεί επίσης μια γραμμική πορεία που άρχιζε από την εξέταση του παλιού μαθήματος και τη διδασκαλία νέου και τελείωνε με την εμπέδωση και την κατ’ οίκον εργασία. Σχολείο όπου το τελικό προϊόν ήταν ο τίτλος σπουδών με δια βίου χρηστική αξία στη αγορά εργασίας και με μεγάλη κοινωνική αναγνώριση.

Τα δεδομένα αυτά, συνεχίζει το επιχείρημα, έχουν σήμερα αλλάξει. Το έθνος κράτος βρίσκεται σε υποχώρηση απέναντι στις πιέσεις της παγκοσμιοποίησης, εκχωρώντας αναγκαστικά σε υπερεθνικούς οργανισμούς και διεθνή πολιτικά μορφώματα κρίσιμες αρμοδιότητές του στην άμυνα, στη δημόσια ασφάλεια και στην οικονομία. Ο τριτογενής τομέας έχει υπερκεράσει το βιομηχανικό, στον οποίο μάλιστα η παραγωγική διαδικασία ελάχιστη σχέση διατηρεί με τα φορντικά και τεϋλορικά πρότυπα των προηγούμενων αιώνων. Οι κοινωνίες έχουν πολυπολιτισμική πλέον σύνθεση και οι καθιερωμένες κοινωνικές αξίες περιορισμένη και πάντως σχετική αποδοχή. Η επιστήμη είναι από τη μεριά της λιγότερο σίγουρη για τη γενικευμένη ισχύ των παραδειγμάτων που χρησιμοποιεί και για τη γνώση που παράγει·τα σύνορα ανάμεσα στους επιστημονικούς κλάδους έχουν διαβρωθεί, η δι-επιστημονική θεώρηση αποκτά κύρος, τομείς διερεύνησης αποσυνάγωγοι στο παρελθόν βρίσκουν πλέον καταφύγιο στην επιστημονική κοινότητα. Όλες αυτές οι ριζοσπαστικά νέες ορίζουσες του εκπαιδευτικού έργου υπαγορεύουν συνεπώς μια εξίσου ριζοσπαστική αναθεώρηση του προσανατολισμού στη εκπαίδευση• μια βαθιά και ουσιαστική τομή με το παρελθόν• ένα καινούργιο όραμα, αν και ο όρος ηχεί πλέον ρομαντικός και ξεπερασμένος και πάντως ασύμβατος με τη λογική του πραγματισμού.

Παρά τις προσεκτικές, μετριοπαθείς και συχνά ωραιοποιημένες διατυπώσεις των δημόσιων τοποθετήσεών τους, οι πραγματιστές μεταρρυθμιστές δίνουν το ακριβές στίγμα των απαιτούμενων αναθεωρήσεων. Η εκπαίδευση του 21ου αιώνα θα πρέπει κατ’ αυτούς να είναι στενότερα συνδεδεμένη με την παραγωγή και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας• σε μεγάλο βαθμό θα πρέπει ουσιαστικά να καταστεί υποσύστημα της οικονομίας.

Η κατάρτιση, διαρκής και ευέλικτη, θα πρέπει να αντικαταστήσει την ανθρωπιστική παιδεία στην κορυφή των εκπαιδευτικών προτεραιοτήτων. Η εμπορευματική διάσταση του εκπαιδευτικού αγαθού θα πρέπει να αναγνωριστεί και ο ιδιωτικός τομέας να αποκτήσει δικαιώματα στην εκμετάλλευσή του περιορίζοντας έτσι το ρόλο του κράτους. Το αξιακό σύστημα της κοινωνίας, όπως αυτό κωδικοποιείται στις νόρμες και στους ηθικούς κανόνες που προωθεί η εκπαίδευση θα πρέπει να γίνει περισσότερο ελαστικό, όχι μόνο για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της πολυπολιτισμικής συγκρότησής της, αλλά και για να αφήσει μεγαλύτερο χώρο στην ατομικότητα, στην ανεμπόδιστη δηλαδή δράση του ατόμου το οποίο αποτελεί το θεμέλιο δημιουργίας και κοινωνικής προκοπής. Η σχολική γνώση θα πρέπει να γίνει πιο χρηστική, η αποθησαύρισή της θα πρέπει να αντικατασταθεί από την κατάκτηση δεξιοτήτων μάθησης και διαρκούς ανανέωσης της γνώσης και μάλιστα από πηγές εκτός σχολείου, οι οποίες αμφισβητούν ήδη το παραδοσιακό μονοπώλιο του σχολείου στη γνώση. Σε μια πιο ακραία εκδοχή, που θυμίζει έντονα τον Ρουσώ, οι ανοιχτοί χώροι μάθησης –το internet ή η οικογένεια και η κατ’ οίκον διδασκαλία, όπως σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ– θα πρέπει ίσως να αντικαταστήσουν στο μέλλον το ίδιο το σχολείο. Σε κάθε περίπτωση η ρευστότητα που χαρακτηρίζει το μέλλον επιβάλλει στην εκπαίδευση να δώσει προτεραιότητα στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων. Ανάμεσά τους πρωταρχικές είναι η αναγνώριση, ανάλυση και επίλυση προβλημάτων, η ανάληψη πρωτοβουλιών και διαχείριση κρίσεων, η συνεργασία και η επικοινωνία.

Πολύ σχηματικά το δεύτερο και πιο ουσιαστικό επιχείρημα των πραγματιστών υποστηρίζει σε αδρές γραμμές ότι: Έχουμε μπει σε ένα νέο, ουσιωδώς διαφορετικό από τον προηγούμενο, ιστορικό κύκλο. Τα δεδομένα του νέου αυτού κύκλου είναι ξεκάθαρα ορατά και ως αδιαμφισβήτητες ορίζουσες του εκπαιδευτικού έργου υπαγορεύουν συγκεκριμένους καινούριους προσανατολισμούς στην εκπαίδευση. Κάθε παράλειψη υιοθέτησης των απαιτούμενων πολιτικών συνιστά συνεπώς αναχρονισμό και ασύγγνωστη αμέλεια με επικίνδυνες συνέπειες.

Ο αντίλογος στον πραγματισμό

Τα επιχειρήματα των πραγματιστών δεν αποδέχονται ασφαλώς όλοι, όπως και δε συμμερίζονται τις εκτιμήσεις τους για την εποχή και για το πρακτέο στην εκπαίδευση. Παρά τη σύμπτωσή τους στην άρνηση της επιχειρηματολογίας των πραγματιστών η ομάδα των διαφωνούντων δεν είναι εντούτοις συμπαγής σε ότι αφορά τα κίνητρα και το σκεπτικό της απόρριψης. Με ορατό τον κίνδυνο της σχηματοποίησης μιας σύνθετης πραγματικότητας, οι διαφωνούντες θα μπορούσαν να διακριθούν σε τέσσερις υπο-ομάδες.

Στην πρώτη ανήκουν εκείνοι που από ιδιοσυγκρασία, ιδεολογική πεποίθηση ή από συμφέρον φοβούνται την αλλαγή γενικά και τη θεωρούν επικίνδυνη. Τα άτομα αυτά αδυνατούν να αναγνωρίσουν τα σημάδια της αλλαγής και στέκονται αρνητικά σε όποια εξέλιξη αμφισβητεί τα ειωθότα. Οι λουδιστές της Αγγλίας των μέσων του 19ου αιώνα αποτελούν ακραία εκδήλωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Λιγότερο ακραία και ασφαλώς πιο πρόσφατη είναι ενδεικτικά η φοβική αντίδραση στην καθιέρωση του ενιαίου σχολείου στην Αγγλία αλλά και σε άλλες κεντρο-ευρωπαϊκές χώρες ή η εισαγωγή της αξιολόγησης σήμερα ως μέσου για τη βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου σε ορισμένες χώρες, όπως η δική μας. Ειδοποιό γνώρισμα της ομάδας αυτής είναι η εκ μέρους τους συστηματική επίκληση της διαχρονικότητας αξιών και παιδαγωγικών προσεγγίσεων καθώς και των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, κάθε φορά που η αλλαγή χτυπά την πόρτα της εκπαίδευσης και διαταράσσει βολικές παγιωμένες ισορροπίες.

Μια δεύτερη ομάδα συγκροτούν οι καχύποπτοι. Αυτοί που αναζητούν συνωμοσίες και σκοτεινές δυνάμεις πίσω από κάθε μεταρρυθμιστικό εγχείρημα. Ένα ετερόκλητο πλήθος αντιμετωπίζει σήμερα τις πολιτικές για σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή ως υποχθόνιο σχέδιο του μεγάλου κεφαλαίου, την εισαγωγή της ευρωπαϊκής διάστασης στην εκπαίδευση ως προσχεδιασμένη απόπειρα υπονόμευσης της εθνικής ταυτότητας και την υιοθέτηση της διαπολιτισμικής προσέγγισης στα σχολεία ως δούρειο ίππο για τις πατροπαράδοτες πολιτισμικές αξίες.

Μια τρίτη ομάδα αποτελούν οι ρομαντικοί. Αυτοί που αναπολούν με νοσταλγία το παρελθόν: την εποχή του χωριού και της γειτονιάς, της άμεσης ανθρώπινης επικοινωνίας, των σταθερών κοινωνικών και οικογενειακών ρόλων, της ανάπτυξης του κράτους πρόνοιας και των αισιόδοξων προοπτικών. Αντίθετα με τις δύο προηγούμενες ομάδες που ατενίζουν το μέλλον μέσα από τα μαύρα γυαλιά του φόβου ή της καχυποψίας, οι ρομαντικοί βλέπουν στο μέλλον το είδωλο του παρελθόντος ωραιοποιημένο από το κάτοπτρο της επιλεκτικής λησμοσύνης δυσάρεστων εμπειριών του χθες. Προσβλέπουν σ΄ ένα σχολείο που θα μαθαίνει στα παιδιά γράμματα, όπως παλιά, αν και παλιά τα γράμματα μάθαιναν μόνο οι λίγοι. Σε μια εκπαίδευση που θα υπηρετεί τις πανανθρώπινες ηθικές αξίες όπως παλιά, αν και αυτό δεν εμπόδισε τις φρικαλεότητες των δύο παγκοσμίων πολέμων και τη στιγνή κοινωνική και ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση.

Ο αντίλογος από τις τρεις αυτές ομάδες, αν και συχνά διατυπώνεται στη διαπασών και χαϊδεύει κατά περίπτωση ευαισθησίες ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, είναι στην πραγματικότητα αναποτελεσματικός. Οι «πραγματιστές» είναι σε θέση όχι μόνο να τον αντικρούσουν με σχετική ευκολία ως αναχρονιστικό και ατεκμηρίωτο, αλλά και να τον επικαλεστούν για να καταδείξουν τη χαμηλή ποιότητα των επιχειρημάτων που αντιστρατεύονται τις δικές τους θέσεις. Από την άποψη αυτή ο αντίλογος των τριών αυτών υποομάδων ενισχύει μάλλον παρά υπονομεύει την επιχειρηματολογία των «πραγματιστών».

Την τέταρτη, πιο πολυπληθή και ταυτόχρονα αποτελεσματική στη διατύπωση εμπεριστατωμένου αντιλόγου κατηγορία συναποτελούν όσοι για λόγους αμιγώς ιδεολογικούς αντιστρατεύονται την επιχειρηματολογία των πραγματιστών. Σε ένα πρώτο επίπεδο οι κύκλοι αυτοί αμφισβητούν την εγκυρότητα των «πραγματιστικών» αναλύσεων της σύγχρονης πραγματικότητας. Αμφισβητούν ότι η μεγαλειώδης περιπέτεια της νεωτερικότητας έφτασε στο τέρμα της ή ότι οι θεμελιώδεις αρχές του Διαφωτισμού που άλλαξαν τον κόσμο και θέρμαναν ψυχές δεν ήταν παρά “μεγάλες αφηγήσεις”. Αμφισβητούν ότι έφτασε το τέλος της ιστορίας ή το τέλος της εργασίας, για να θυμηθούμε αντίστοιχα τον Φουκιγιάμα και τον Ρίφκιν• ότι η σύγκρουση πολιτισμών, για να θυμηθούμε τον Χάντιγκτον, είναι αναπόφευκτη προκειμένου να προασπιστούν οι αξίες του δυτικού πολιτισμού και πιο πρόσφατα του αγγλοσαξονικού τρόπου σκέψης.

Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο αμφισβητούν τη νομιμότητα των πολιτικών και των ιδεολογικών παραδοχών στις οποίες αυτές στηρίζονται. Εμμένουν στη νοηματοδότηση της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού και ανθρώπινου δικαιώματος καθώς και στην υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει την ευρύτερη και ποιοτικότερη παροχή της. Γι’ αυτό και θεωρούν απαράδεκτη κάθε πολιτική που παραβιάζει τις αρχές αυτές. Υπό το πρίσμα αυτό, πολλοί ανάμεσα στους αμφισβητίες αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τις πολιτικές σύνδεσης της εκπαίδευσης με την παραγωγή και την αγορά εργασίας, τις πολιτικές διεύρυνσης του ρόλου του ιδιωτικού τομέα στην εκπαίδευση, τις πολιτικές διασφάλισης της ποιότητας, τις πολιτικές κοντολογίς για τις οποίες έγινε λόγος προηγουμένως. Οι ίδιοι θεωρούν ως κατασκευασμένο νομιμοποιητικό τέχνασμα προαποφασισμένων και ετεροπροσδιορισμένων εκπαιδευτικών επιλογών τις αναλύσεις και τις εκτιμήσεις για τις ορίζουσες του εκπαιδευτικού έργου που παραθέτουν οι πραγματιστές.

Πού βρίσκεται τελικά η αλήθεια; Ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο; Πώς γίνεται να διαφωνούν για το αύριο και το πρακτέο άνθρωποι που έχουν όλοι στραμμένο το βλέμμα στο μέλλον; Προς τα πού πρέπει συνεπώς να βαδίσουμε για να είμαστε σίγουροι για το αποτέλεσμα; Η απάντηση στα αγωνιώδη αυτά ερωτήματα κρύβεται όπως πάντοτε ανάμεσα στις πολύσημες έννοιες και στις αδιευκρίνιστες παραδοχές. Κατ’ αρχάς, το μέλλον δεν αποτελεί μια κατάσταση πραγμάτων έξω από μας, εκεί στο βάθος του ιστορικού χρόνου που διανύουμε. Αποτελεί μια νοητική κατασκευή, ένα μόρφωμα που το συνθέτουν οι επιθυμίες μας, οι προσδοκίες μας, οι συνέπειες των επιλογών μας και μια σειρά απρόβλεπτα και τυχαία γεγονότα. Για να το προσεγγίσουμε και να το παρατηρήσουμε δεν έχουμε άλλο τρόπο παρά να χρησιμοποιήσουμε τους μεγενθυντικούς και γι’ αυτό παραμορφωτικούς φακούς της ανάλυσης που στηρίζεται στη θεωρία και στις τεχνικές που οι αναλυτές ονομάζουν «προβολές» (projections). Είναι αυτοί ακριβώς οι παραμορφωτικοί φακοί που μορφοποιούν το μέλλον και του δίνουν τα διαφορετικά σχήματα που παρατηρούν οι αναλυτές. Άρα βεβαιότητα για το πρακτέο και για ένα σίγουρο αποτέλεσμα δεν μπορεί να υπάρχει. Γι’ αυτό και μοιάζουν με κοινούς οιωνοσκόπους όσοι πραγματιστές ή ιδεολόγοι δηλώνουν κάτοχοι της μιας και μοναδικής αλήθειας για τα πράγματα σε ένα χώρο όπου μόνο η πιθανότητα έχει θέση.

Αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα για το μέλλον και κυρίως η συμμετοχή των προσδοκιών μας ως συστατικού στοιχείου στη διαμόρφωσή του αναδεικνύουν την κεφαλαιώδη σημασία που έχει η συμμετοχή μας –η συμμετοχή της κοινωνίας και του καθενός ξεχωριστά– στη χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής. Δεν μπορεί να έχουν συνεπώς δίκιο οι πραγματιστές όταν ισχυρίζονται ότι οι συνθήκες, οι εποχές και οι τεχνοκρατικές αναλύσεις ορίζουν από μόνες τους με τρόπο αντικειμενικό και αναπόδραστο την πορεία της εκπαίδευσης στο αύριο. Οι αντιλήψεις τους αυτές που θέλουν την εκπαίδευση υποσύστημα της οικονομίας και την πολιτική σε ρόλο απλού διαχειριστή δεν είναι μόνο ανιστόρητες·είναι υπονομευτικές του ίδιου του πραγματισμού στον οποίο ομνύουν. Το επιβεβαιώνουν οι επανηλειμμένες αποτυχίες διεθνών οργανισμών στις χώρες του τρίτου κόσμου όταν αυτοί επιχειρούν να διαγράψουν τον ανθρώπινο παράγοντα και τις κοινωνικές δυνάμεις από τα σχέδια και τις πολιτικές τους. Το επιβεβαιώνουν οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα όσες κυβερνήσεις επιχείρησαν να εφαρμόσουν άκριτα στις χώρες τους την αγγλοσαξωνική συνταγή εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Δεν είναι ασφαλώς ο γιαλός στραβός· είναι απλά αυτοί που στραβά αρμενίζουν.

Τέλος, αυτή η διάσταση που επιχειρείται να στοιχειοθετηθεί ανάμεσα στο όραμα και στον πραγματισμό κατά τη χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής στηρίζεται σε μια θεμελιώδη παρανόηση της λειτουργίας της πολιτικής. Χωρίς το όραμα, τη μυθική Ιθάκη, το ταξίδι στο αύριο δεν έχει νόημα και προορισμό. Όπως και χωρίς τον πραγματισμό η Οδύσσεια της εκπαιδευτικής πολιτικής θα μείνει χωρίς τη δικαίωσή της, έρμαιο των κυμάτων μιας ταραχώδους εποχής. Μιας εποχής στην οποία διαφημίζεται, για να δανειστώ τους όρους και τις σκέψεις του αρχιεπισκόπου του Καντέρμπουρι που τόση εντύπωση προκάλεσαν την προηγούμενη εβδομάδα, το πρότυπο του portfolio man –του ανθρώπου σύμφυρμα δεξιοτήτων– με βραχυπρόθεσμο τον ορίζοντα της προσωπικής τους ζωής (short termism) και χωρίς τον απαραίτητο εσωτερικό χώρο πνευματικού αναστοχασμού και ψυχικής ανάταξης.

Όταν μιλάμε συνεπώς για το μέλλον και μάλιστα από την σκοπιά των Παιδαγωγικών Τμημάτων, από τη φύση τους ταγμένων στην υπόθεση της παιδείας, να έχουμε κατά νου την κριτική θεώρηση όλων αυτών των κρίσιμων ζητημάτων που συνθέτουν τις νέες ορίζουσες του εκπαιδευτικού έργου και που διαμορφώνουν τους προσανατολισμούς της εκπαίδευσης στον 21ο αιώνα.

Επίμετρο:

Ορίζουσες και προσανατολισμοί της εκπαίδευσης στον 21ο αιώνα ως αντικείμενο συγκριτικής μελέτης στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δ. Ε.

Στα είκοσι χρόνια που πέρασαν από τη δημιουργία του Παιδαγωγικού Τμήματος Δ.Ε. του Πανεπιστημίου Αθηνών η κριτική και συγκριτική θεώρηση όλων αυτών των ζητημάτων αποτέλεσε το βασικό άξονα της έρευνας και της διδασκαλίας στο γνωστικό πεδίο που καλύπτει η Συγκριτική Παιδαγωγική. Άλλωστε από την ένταξή της στα πανεπιστήμιο η Συγκριτική Παιδαγωγική είχε διεθνώς ως πρώτιστο στόχο την κατανόηση και ερμηνεία του εκπαιδευτικού γίγνεσθαι· την κατανόηση των σχέσεων της εκπαίδευσης με το ευρύτερο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον της· τη διερεύνηση της διαλεκτικής σχέσης παράδοσης και αλλαγής· τη μελέτη της αλληλεπίδρασης κρατών και εθνικών συστημάτων εκπαίδευσης σε ιδεολογικό και θεσμικό επίπεδο· την ανάδειξη και προβολή του «γιατί» στην εκπαίδευση δίπλα στα συνηθισμένα ερωτήματα του «τι» και του «πώς».

Κάνοντας σήμερα έναν απολογισμό του έργου μας αισθανόμαστε ότι υπηρετήσαμε με συνέπεια και αποτελεσματικότητα τους σκοπούς αυτούς. Στα επιτεύγματα που αξίζει να μνημονευτούν περιλαμβάνονται: Πρώτα, η ίδρυση Εργαστηρίου Συγκριτικής Παιδαγωγικής, Διεθνούς Εκπαιδευτικής Πολιτικής και Επικοινωνίας με την πρώτη αίθουσα τηλεματικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και την εξειδικευμένη βιβλιοθήκη των 1.300 σήμερα τόμων. Ύστερα, το περιοδικό «Συγκριτική και Διεθνής Εκπαιδευτική Επιθεώρηση» που περιλαμβάνει στην επιστημονική επιτροπή του όλα τα μεγάλα ονόματα του κλάδου διεθνώς. Ένα περιοδικό που συμπεριλαμβάνεται ήδη στις βιβλιοθήκες τριών από τα μεγαλύτερα κέντρα σπουδών εκπαίδευση: του Institute of Education του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, του Πανεπιστημίου του Wisconsin Madison των ΗΠΑ και του Comparative Education Research Center του Πανεπιστημίου του Hong Kong. Τρίτο, το Διατμηματικό, Διαπανεπιστημιακό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στη Συγκριτικη Παιδαγωγική με τη συνεργασία του Institute of Education του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και του ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Πατρών. Στα χρόνια που μεσολάβησαν από την ίδρυσή του δίδαξαν σ’ αυτό μια πλειάδα ξένων διακεκριμένων ακαδημαϊκών από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία αλλά και πολλοί γνωστοί συνάδελφοι από όμορους γνωστικούς χώρους, όπως τις Ευρωπαϊκές και Διεθνείς Σπουδές, τη Διαπολισμική Εκπαίδευση, τη Διοίκηση Ολικής Ποιότητας και τα Οικονομικά της Εκπαίδευσης, δίνοντας την ευκαιρία στους μεταπτυχιακούς φοιτητές να γνωρίσουν διαφορετικές προσεγγίσεις, θεωρήσεις και θέσεις πάνω στα κρίσιμα ζητήματα της εποχής. Ένας σημαντικός αριθμός από τους ίδιους τους μεταπτυχιακούς φοιτητές πήρε μέρος σε διεθνή συνέδρια του κλάδου στο Λονδίνο, την Πράγα και την Κοπεγχάγη, αποσπώντας ιδιαίτερα ευμενή σχόλια, καθώς και σε εντατικά θερινά μαθήματα δεκαπενθήμερης διάρκειας στα πλαίσια του ευρωπαϊκού προγράμματος Erasmus. Τέταρτο, το πυκνό δίκτυο συνεργασιών με ακαδημαϊκούς από μεγάλα πανεπιστήμια του ευρωπαϊκού και διεθνούς χώρου, μεταξύ των οποίων το Πανεπιστήμιο της Ουψάλα, το Παιδαγωγικό Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, το Πανεπιστήμιο του Ρότερνταμ, το Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κογκ, το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϋ, το Ανοικτό Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης και το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης στο πλαίσιο ευρωπαϊκών ερευνητικών προγραμμάτων και κοινών διεθνών δημοσιεύσεων. Το έργο που απομένει να γίνει είναι ασφαλώς μεγάλο, καθώς μεγάλες είναι και οι προκλήσεις της εποχής. Όμως οι προοπτικές είναι απόλυτα θετικές, αφού το Τμήμα μας για όλες τις μέχρι τώρα δραστηριότητές του αναγνωρίζεται ήδη ως ένα από τα μεγαλύτερα Κέντρα Συγκριτικής Εκπαίδευσης στην Ευρώπη.

Δημήτρης Ματθαίου
Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Leave A Reply

Διαβάστε επίσης
Με το βλέμμα στο μέλλον: Πώς θα είναι ο κόσμος…
error: Content is protected !!