Εισαγωγή
Σε μια εποχή έντονα χαρακτηριζόμενη ως εποχή της αβεβαιότητας, το σχολείο, η οικογένεια, η κοινωνία και ο ίδιος ο άνθρωπος μοιάζουν να χάνουν σταδιακά τις ρίζες και τα σημεία αναφοράς τους. Το απόσπασμα που δίνεται, διαπερασμένο από μια υπαρξιακή αγωνία και μια νοσταλγία για ένα αξιοκρατικό, πειθαρχημένο, γραπτό πολιτισμό, θίγει αιχμηρά τη διαρκή έκπτωση της παιδείας, την παρακμή των αξιών και τη μεταλλαγή της κοινωνίας σε έναν κόσμο νοηματικής φτώχειας και απώλειας προσανατολισμού. Πρόκειται άραγε για μια σχολαστική υπερβολή, για μια γενικευμένη μεμψιμοιρία των μεγαλύτερων γενεών απέναντι στο «νέο», ή μήπως, πράγματι, στοχάζεται εύστοχα βαθύτερα προβλήματα που οριοθετούν αμείλικτα τη σύγχρονη πραγματικότητα; Σε αυτό το δοκίμιο επιχειρείται μια πολλαπλή κριτική προσέγγιση, που εκτείνεται από την προσωπική και οικογενειακή καθημερινότητα, μέχρι τα πλαίσια της σχολικής και ευρύτερης κοινωνικής εμπειρίας, εντός των “ύποπτων καιρών” της παγκοσμιοποιημένης, ψηφιακής μας πραγματικότητας.
1. Παιδεία: Έννοια, σκοπός και κρίση
Η παιδεία, κατά τον Πλάτωνα, αποτελεί το θεμέλιο της προσωπικής και κοινωνικής ακμής. Είναι το μέσον δια του οποίου ο άνθρωπος καταφάσκει στη γνώση, την αρετή, την αυτογνωσία. Εντούτοις, σήμερα, βιώνουμε μια ολοένα βαθύτερη κρίση, όπου τα σχολικά συστήματα εστιάζουν, συχνά, στις εξετάσεις, στις πιστοποιήσεις, στα κατά συρροήν «χαρτιά» ‒ αλλά όχι στην πραγματική καλλιέργεια του νου και της ψυχής. Τα παιδιά μαθαίνουν να γράφουν «παπαγαλιστά», αποστηθίζοντας δεδομένα και όχι «να σκέφτονται», να κρίνονται και να επιλέγουν υπεύθυνα.
Αυτός ο εκφυλισμός δεν αφορά μόνο τις γνώσεις, αλλά διαπερνά ολόκληρο το οικοδόμημα των αξιών: ο αναλφαβητισμός ‒όχι μόνο ο γλωσσικός, αλλά και ο λειτουργικός, ο συναισθηματικός, ο ψηφιακός‒ λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, ιδιαίτερα μέσα στη χαοτική ροή πληροφοριών και στη μανία του «εύκολου» που προωθεί το διαδίκτυο και οι τεχνολογίες της ταχύτητας. Η σχολική κοινότητα παύει να είναι πηγή σεβασμού και αναζήτησης του «γραπτού Πολιτισμού»: της συγκροτημένης γλώσσας, της πειθαρχίας, του διαλόγου, της αυτεπίγνωσης. Η γραφή, ως εργαλείο κριτικής συνείδησης, αντικαθίσταται από ρηχές προφορικές φόρμες. Σε μια εποχή που «ό,τι δεν γράφεται ξεχνιέται, ό,τι δεν διαβάζεται δεν υπάρχει», η παραίτηση από την αξία του γραπτού λόγου μας καθιστά φυλακισμένους μιας στιγμιαίας, εφήμερης ύπαρξης.
2. Σχολείο: Θεσμός σε κρίση ή απαρχή μιας νέας προοπτικής;
Το ερώτημα του αποσπάσματος ‒μήπως τελικά ματαιοπονούμε μιλώντας για σχολείο, μήπως κυνηγάμε σκιές;‒ είναι μείζον. Η κρίση του σχολείου, κατά πολλούς, δεν συνιστά μόνο αποδόμηση ενός θεσμού. Αγγίζει, βαθύτερα, τη φυσιογνωμία της κοινωνίας μας και το σύστημα αξιών που αυτή η κοινωνία υιοθετεί. Όπου η πειθαρχία θεωρείται καταπίεση, όπου η προσπάθεια εκλαμβάνεται ως «βάρος», όπου η παράδοση εκλαμβάνεται απαξιωτικά, το σχολείο παύει να νοηματοδοτείται ως κιβωτός δημιουργίας, γίνεται, αντίθετα, μηχανιστικός χώρος, πεδίο διεκδικητικής ανίας και ανταγωνισμού για μια νόθα «αριστεία».
Και όμως, το σχολείο δεν είναι μόνο οι δομές του: είναι η συνολική παιδαγωγική εμπειρία, η σχέση του παιδιού με τον δάσκαλο, το βιβλίο, τη γνώση, τη δημιουργικότητα, το άπιαστο. Ο Adelbert von Chamisso γράφει εύστοχα: «Οι μεγάλοι μύθοι δημιουργούνται από τη δύναμη να λες ιστορίες, μια ικανότητα που σήμερα οι δάσκαλοι και οι γονείς φοβούνται πλέον να κατέχουν». Η μετατροπή λοιπόν του σχολείου σε εργοστάσιο επιδόσεων υπήρξε, σε μεγάλο μέρος, το τίμημα μιας κοινωνίας που απαξιώνει το βάθος προς χάριν του «εδώ και τώρα», του μετρήσιμου, του άμεσα ωφέλιμου.
3. Οικογένεια: Από το πρότυπο στη διάλυση;
Η θέση της οικογένειας στη διαμόρφωση μιας γενιάς είναι αδιαπραγμάτευτη. Το σχολείο μπορεί να οδηγήσει, να εμπλουτίσει. Η οικογένεια θεμελιώνει αρχές, αντιλήψεις, συνήθειες. Σήμερα όμως, μέσα στη δίνη της εργασιακής ανασφάλειας, των οικονομικών πιέσεων, της ψηφιοποιημένης απομόνωσης, παρατηρείται ένα νέο είδος «γονεϊκής απουσίας»: γονείς που «τρέχουν» πίσω από δουλειές, που προσπαθούν να καλύψουν ελλείψεις με ύλη και εμπειρίες, με ουσιαστική, ποιοτική επικοινωνία.
Η κρίση της οικογένειας εκδηλώνεται μέσα από τη μειωμένη διαθεσιμότητα, την εξάρτηση από οθόνες, την απομάκρυνση της αφήγησης, του διαλόγου, του κοινού χρόνου. Τα παιδιά, συχνά, μεγαλώνουν χωρίς σταθερά πρότυπα, χωρίς επαρκή υποστήριξη στη διαδρομή της εφηβείας, της προσωπικής αναζήτησης και σύνθεσης. Ο Zygmunt Bauman μιλάει για «υγρές ζωές» ‒τα πάντα κυλούν, τίποτα δεν στερεώνεται. Μέσα σε αυτό το υγρό σύμπαν, τα παιδιά αδυνατούν να προσδώσουν νόημα στις εμπειρίες τους, εγκλωβισμένα ανάμεσα σε ετερόφωτες προσδοκίες και εσωτερικά κενά.
4. Κοινωνία: Αξιακός σχετικισμός και κρίση ταυτότητας
Η κοινωνία, στο τέλος, αποτελεί το κάτοπτρο όλων των προαναφερθέντων. Η σύγχρονη εποχή χαρακτηρίζεται από τον σχετικισμό: κάθε αξία, κάθε αρχή, κάθε παράδοση τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η αμφισβήτηση, στοιχείο προόδου, έχει όμως υποκατασταθεί από τον μηδενισμό και μια σχεδόν παθολογική αδυναμία προσήλωσης σε κάτι διαχρονικό.
Κυνηγώντας νέες μορφές «ταυτότητας», φτάνουμε να αποδομούμε τα πάντα: φυλή, έθνος, οικογένεια, πολιτισμό, παράδοση, ακόμα και την ίδια τη γλώσσα. Αντί ενός κόσμου που «εμπλουτίζεται», βιώνουμε ένα χάος υπαρξιακής μοναξιάς, με τις νεότερες γενιές να αναζητούν απεγνωσμένα νόημα σε μια κοινωνία χωρίς «βάθος», στρέφοντας συχνά το βλέμμα σε πρόσκαιρες, γρήγορες «λύσεις»: συναναστροφές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εφήμερες σχέσεις, υλιστικές ενασχολήσεις.
5. Παγκόσμια πραγματικότητα: Παλιρροιακή μεταβολή αξιών
Η παγκοσμιοποιημένη κοινωνία επηρεάζει καταλυτικά όλες τις παραπάνω διαστάσεις. Τα παιδιά και οι έφηβοι δέχονται πλέον πολλαπλά ερεθίσματα, αντικρουόμενα μοντέλα ζωής και συνύπαρξης. Η πολυπολιτισμικότητα, ως τέτοια, μπορεί να είναι δημιουργική ‒όταν όμως απουσιάζει η παιδεία και η ικανότητα σύνθεσης, μετατρέπεται σε κατάσταση διαρκούς σύγχυσης.
Στη νέα ψηφιακή εποχή, η πληροφορία μετατρέπεται σε καταναλωτικό «αγαθό»· η ευκολία πρόσβασης δεν οδηγεί απαραίτητα σε ουσιαστική γνώση και πνευματική ωριμότητα. Η παντοδυναμία της εικόνας και η ταχύτητα του ερεθίσματος διασπούν την προσοχή, μεταβάλλοντας τη μνήμη από εργαλείο εμβάθυνσης σε «αποθηκευτικό χώρο προσωρινών δεδομένων».
6. Η παιδική και εφηβική μοναξιά: το τίμημα της πρωτοφανούς ελευθερίας
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των «ύποπτων καιρών», τα παιδιά μεγαλώνουν, φαινομενικά, με μεγαλύτερη ελευθερία παρά ποτέ. Ωστόσο, αυτή η ελευθερία, συχνά, είναι ψευδής: πρόκειται για μια ελευθερία χωρίς πυξίδα, χωρίς δομές, χωρίς συναίσθηση ευθύνης. Ο Jean-Jacques Rousseau έγραφε πως «ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος μα παντού βρίσκεται με αλυσίδες» ‒σήμερα αυτές οι αλυσίδες συχνά είναι αόρατες, ψυχολογικές, αξιακές.
Η απουσία «ενηλίκων» και στα δύο επίπεδα ‒οικογένειας και σχολείου‒ τροφοδοτεί την ανασφάλεια, γεννά εύθραυστους, ανολοκλήρωτους ανθρώπους, που δυσκολεύονται να αγαπήσουν, να επιλογίζουν, να οριοθετούν, να κατανοούν το βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης και των κοινωνικών δομών.
7. Μήπως τελικά κυνηγάμε σκιές; Μια αυτοκριτική σκέψη
Το κείμενο του αποσπάσματος βρίθει νοσταλγίας για όσα χάθηκαν: συγκρότηση, γραπτό πολιτισμό, πειθαρχία. Είναι όμως όντως έτσι; Μήπως κάθε γενιά βιώνει έναν δικό της «χαμένο παράδεισο»; Η πρόοδος δεν είναι γραμμική. Η κοινωνία αλλάζει καθώς αλλάζουν οι πραγματικότητες, τα μέσα, οι ιδέες. Δεν πρέπει να είμαστε μυωπικοί. Οι νέες γενιές δείχνουν συχνά αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα, αλληλεγγύη, τεχνογνωσία, δημιουργικότητα.
Ίσως το πένθος για τη χαμένη ουσία είναι, σε έναν βαθμό, απαραίτητο ώστε να πυροδοτήσει τη στοχαστική αυτοκριτική και την αναζήτηση ουσιωδών απαντήσεων.Αυτό όμως δε σημαίνει πως το παρελθόν ήταν τέλειο ούτε ότι το μέλλον είναι αναγκαστικά σκοτεινό. Εναπόκειται τόσο στο εκπαιδευτικό σύστημα, όσο και στο σύνολο της κοινωνίας και της οικογένειας να μετατοπίσει τη συζήτηση από την καταδίκη, στην υπεύθυνη ανάληψη ρόλων και ευθυνών.
8. Σύνθεση – Ποια η προοπτική για το αύριο;
Ο κίνδυνος να διαμορφώσουμε μια γενιά χωρίς βαθιές ρίζες είναι πράγματι υπαρκτός. Οφείλουμε διττή στάση: κατανόηση ότι οι αλλαγές είναι αναπόφευκτες, αλλά και προσήλωση ότι ορισμένες αξίες δεν μπορούν να εκλείψουν χωρίς να διαλυθούν τα υλικά της ανθρώπινης συγκρότησης. Χρειάζεται αναθεώρηση της παιδείας με επίκεντρο όχι τις καθαρές γνώσεις, αλλά τη γενική καλλιέργεια: την αγάπη για το διάβασμα, τη συνεργασία, την κριτική σκέψη, τη δημιουργικότητα, την αποδοχή του διαφορετικού, αλλά και τον σεβασμό στον εαυτό και τον άλλον.
Το σχολείο οφείλει να αναγεννηθεί ως κοιτίδα ολόπλευρης ανάπτυξης• να βρει ισορροπία ανάμεσα στο παλιό και το νέο• να δώσει χώρο στην έκφραση και την πρωτοβουλία. Η οικογένεια χρειάζεται να ξαναβρεί χρόνο, επαφή και ουσία στη σχέση της με τα παιδιά. Και το σύνολο της κοινωνίας να αναστοχαστεί τον ρόλο του ανθρώπου όχι ως παραγωγικής μηχανής, αλλά ως συνόλου ψυχής, νου και συνείδησης.
Επίλογος
Ο μεγάλος κίνδυνος δεν είναι να χαθεί το σχολείο ως δομή, αλλά να πάψει να είναι σχολείο ως εμπειρία, ως μνήμη, ως προοπτική ανθρώπινης συγκρότησης. Μια γενιά καταστρέφεται, πράγματι, όταν η κοινωνία εγκαταλείπει την επιδίωξη σταθερού νοήματος, όταν αφήνει τα παιδιά να περιφέρονται μέσα σε έναν απέραντο ωκεανό πληροφοριών χωρίς πηδάλιο, χωρίς ορίζοντα.
Το πορτραίτο μιας γενιάς καταστρέφεται όταν μετατρέπει τη νοσταλγία σε μόνιμη μεμψιμοιρία, και όχι σε αφορμή υπεύθυνης αυτοκριτικής και μετασχηματισμού. Από εμάς εξαρτάται –γονείς, δασκάλους, πολίτες– αν θα αντλήσουμε έμπνευση από τις σκιές για να σχεδιάσουμε νέες κορυφές. Η λύση δε θα έρθει από την άρνηση ή την απόρριψη• θα είναι το αποτέλεσμα μιας νέας παιδείας, που θα ξαναδώσει στα παιδιά τη φλόγα της σκέψης, την αίσθηση ευθύνης και την ποίηση που χρειάζεται μια αληθινά ανθρώπινη ζωή.
Θέτοντας ως έναυσμα το απόσπασμα που παραθέσατε, η εξέταση της «κατεστραμμένης γενιάς» και της σημερινής εκπαιδευτικής, κοινωνικής, οικογενειακής και παγκόσμιας κρίσης μας φέρνουν αντιμέτωπους με ερωτήματα που διαπερνούν την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης και πολιτισμικής εξέλιξης. Στο παρακάτω ενδεικτικό κείμενο (περίπου 8-10 σελίδων σε ανάπτυξη), κινείται φιλοσοφικά και λογοτεχνικά στις προκλήσεις του σύγχρονου ανθρώπου, την αλλοίωση των θεσμών, τη μετάλλαξη των αξιών και την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της «Παιδείας» μέσα στους ύποπτους καιρούς που διανύουμε.
Γιώργος Τσούκας