Εσείς οι καλοπροαίρετοι, οι καλοχορτασμένοι, οι αδιάφοροι. Εγώ σε ήθελα να πεινάς, να’ χεις παιδιά να πεινούν, να κρυώνεις, να κρυώνουν, να θες να δουλέψεις και να μη σου δίνουν δουλειά. Όχι να μου σεργιανίζεις από πολιτεία σε πολιτεία, να χάσκεις στα μουσεία και στις παλιές εκκλησίες και να κλαις κοιτώντας τ’ άστρα γιατί σου φαίνονται πολύ όμορφα ή πολύ φοβερά. Μα χαμήλωσε τα μάτια σου, κακομοίρη, κοίταξε στα πόδια σου ένα παιδί που πεθαίνει…
Α’ ΜΕΡΟΣ:
Η Οδυνηρή Πραγματικότητα της Ανθρώπινης Πτώχευσης και οι Ρίζες της
Εισαγωγή
Το παραπάνω απόσπασμα του Νίκου Καζαντζάκη είναι μια κραυγή αγωνίας και οργής για τα αδιέξοδα της ανθρώπινης ύπαρξης και την αδιαφορία που χαρακτηρίζει τις κοινωνίες, ειδικά όταν έρχονται αντιμέτωπες με τον πόνο του άλλου. Μέσα από τα λόγια του φωτίζεται η μαύρη αντίφαση ανάμεσα στην άνεση των «καλοπροαίρετων» και τη δυστυχία των περιθωριοποιημένων, ενώ συνάμα αναδεικνύεται έντονα η ανθρώπινη πτώχευση, όχι μόνο σε υλικό αλλά κυρίως σε ηθικό και πνευματικό επίπεδο.
Στην ανάλυση που ακολουθεί, εξετάζονται σε βάθος οι αίτιες αυτής της κατάστασης από φιλοσοφικολογοτεχνική σκοπιά και μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης πραγματικότητας. Παράλληλα, αναζητούνται οι δρόμοι –αν υπάρχουν– προς την ανάκτηση των ενάρετων παρεμβάσεων, ατομικά, οικογενειακά και συλλογικά.
1. Η κραυγή του πόνου και η αδιαφορία των χορτασμένων
Το απόσπασμα ξεκινά με έναν έντονο κατηγορητήριο ενάντια σε όσους βιώνουν τον κόσμο με σχετική ασφάλεια και άνεση («καλοχορτασμένοι»), αποκομμένοι από τον πραγματικό πόνο του διπλανού τους. Ο Καζαντζάκης τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση του πονεμένου, που απαιτεί από τους άλλους να βιώσουν την πείνα, τον αποκλεισμό, τον φόβο για τα παιδιά τους – ένα βιωματικό μάθημα που γεννά ενσυναίσθηση, κατανόηση και αλληλεγγύη.
Η «βόλτα» του ανενεργού πολίτη ανάμεσα στις ομορφιές της τέχνης και της φύσης παρουσιάζεται ως πολυτέλεια ή και αφέλεια, όταν ο κόσμος γύρω του βυθίζεται στη φτώχεια και την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής. Στηλιτεύει, μ’ άλλα λόγια, τη συνεχιζόμενη αδιαφορία, που δεν είναι απλώς ένα ψυχικό ελάττωμα, αλλά μια βαριά μορφή ηθικής κατάπτωσης.
2. Ανθρώπινη πτώχευση: μια οντολογική και κοινωνική διάγνωση
Η φτώχεια, όπως αναδύεται στα λόγια του Καζαντζάκη, δεν αποτελεί μόνο ένα οικονομικό πρόβλημα, μα προπαντός αποκαλύπτει την πραγματικότητα της ανθρώπινης πτώχευσης. Η κοινωνία οικειοθελώς στερείται το αίσθημα της ευθύνης προς τον Άλλον, βολεμένη στην αυτάρκεια και την ασφάλειά της. Κατά συνέπεια, το αίσθημα της κοινότητας θρυμματίζεται∙ η ανθρωπιά γίνεται προσποίηση ή ευκαιριακή φιλανθρωπία, όχι ενεργός πολιτικός ή προσωπικός στόχος.
2.1. Ο υπαρξιακός πυρήνας της αδιαφορίας
Η φιλοσοφία του 20ού και 21ου αιώνα έχει αναδείξει τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου στο προσκήνιο: από τον Χάιντεγγερ ως τον Σαρτρ και τους υπαρξιστές, αναγνωρίζουμε πως ο μοντέρνος άνθρωπος συχνά κλείνεται στον εαυτό του, φοβούμενος να αγγίξει τον πόνο του άλλου —διότι έτσι φέρνει και δικό του πόνο στην επιφάνεια. Η ίδια στάση υπάρχει και στον «περιθωριοποιημένο» αστικό άνθρωπο της εποχής μας: αποκομμένος από την εμπειρία της κοινότητας, συρρικνώνει το πεδίο της ηθικής του δράσης στους οικείους του (και ορισμένες φορές ούτε καν σ’ αυτούς).
2.2. Η μετάλλαξη των αξιών στη σύγχρονη εποχή
Ζούμε σε μια κοινωνία όπου ο καταναλωτισμός, η ατομικοκρατία και ο ωφελιμισμός έχουν γίνει κυρίαρχα συστήματα αξιών. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα πρότυπα επιτυχίας, αλλά και οι οικονομικές δομές, διαμορφώνουν έναν άνθρωπο που θωρακίζεται ή απωθεί το οδυνηρό βίωμα του άλλου, για να διατηρήσει τη δική του ψευδοευτυχία.
Τα παιδιά της κρίσης, οι άνεργοι, οι μετανάστες, οι περιθωριοποιημένοι, γίνονται αόρατοι. Όχι επειδή δεν υπάρχουν, αλλά επειδή ενοχλούν την ψευδαίσθηση σταθερότητας και ευημερίας. Το κράτος υπολείπεται, η κοινότητα διασπάται, οι ατομικές αντοχές λιγοστεύουν.
3. Οι πηγές και οι αιτίες της κρίσης αξιών
Η κρίση αξιών δεν είναι νέο φαινόμενο, ωστόσο στη σημερινή εποχή εντείνεται από την τεχνολογική πρόοδο, την οικονομική ανισότητα και την παγκοσμιότητα. Παρακάτω αναλύονται κάποιοι βασικοί άξονες:
3.1. Η αλλοτρίωση και η απώλεια του κοινωνικού νοήματος
Ο Μαρξ, ήδη από τον 19ο αιώνα, μιλούσε για την αλλοτρίωση του εργάτη από το προϊόν της εργασίας του, αλλά και την αλλοτρίωση του ανθρώπου από τον ίδιο του τον εαυτό. Στη σύγχρονη κοινωνία, αυτή η αλλοτρίωση έχει λάβει μαζικές διαστάσεις: οι άνθρωποι εργάζονται συχνά σε δουλειές που δεν προσφέρουν νόημα ή δημιουργία∙ γίνονται απλοί «εκτελεστές εργασιών» ή καταναλωτές έτοιμων προϊόντων και ιδεών.
3.2. Η διάβρωση της οικογένειας και της συλλογικότητας
Η οικογένεια παραμένει, τουλάχιστον θεωρητικά, ο πρώτος πυλώνας διαπαιδαγώγησης αξιών. Όμως οι έντονοι ρυθμοί ζωής, οι οικονομικοί αγώνες επιβίωσης, αλλά και οι μεταβαλλόμενες κοινωνικές δομές (μονογονεϊκές οικογένειες, διαζύγια, ελλειμματική παρουσία γονέων λόγω εργασίας) πλήττουν τη συνοχή της οικογένειας. Το παιδί δεν μαθαίνει την έννοια της συλλογικότητας, της προσφοράς και της αλληλεγγύης στην πράξη, καθώς το πρότυπο συνήθως μετακυλίεται στην επιβίωση και την ανάδειξη ατομικών δεξιοτήτων.
3.3. Η παραμόρφωση της σχέσης με την κοινωνία και το κράτος
Αντί η πολιτεία να διαμορφώνει δομές και πολιτικές που παρέχουν πραγματική στήριξη στους αδύναμους, συχνά λειτουργεί με γραφειοκρατική ψυχρότητα, ανατροφοδοτώντας την αποξένωση. Έτσι, οι πολίτες παύουν να αισθάνονται μέλη ενός συνόλου που τους προστατεύει —γι’ αυτό κι ο Καζαντζάκης «κατηγορεί» τους καλοχορτασμένους, γιατί αποτελούν μινιατούρες μιας ευρύτερης κοινωνικής αδιαφορίας.
4. Η υπαρξιακή μοναξιά: Από την αδιαφορία στην απόγνωση
Όταν η κοινωνία αδιαφορεί για τον πόνο και τη δυστυχία, το άτομο βιώνει έναν διπλό αποκλεισμό: όχι μόνο από τα υλικά αγαθά, αλλά και από το δικαίωμα να ζητήσει συμπαράσταση. Αυτή η πλούσια αίσθηση εγκατάλειψης είναι η βαθύτερη πληγή της εποχής: το παιδί που πεθαίνει «στα πόδια μας» συμβολίζει όλους τους αόρατους αυτού του κόσμου, που περιμένουν ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, μια πράξη αλληλεγγύης – μα αυτές συχνά λείπουν.
Β΄ ΜΕΡΟΣ
Τρόποι ανάκτησης των ενάρετων παρεμβάσεων και προοπτικές διεξόδου υπό το πρίσμα της σύγχρονης πραγματικότητας
1. Ο εσωτερικός μετασχηματισμός και η αφύπνιση της συνείδησης
Κεντρικό σημείο στον δρόμο προς την ανάκτηση των ενάρετων παρεμβάσεων αποτελεί η μεταστροφή και η αφύπνιση της ανθρώπινης συνείδησης. Δεν είναι αρκετό να επισημαίνουμε την εξαθλίωση ή τον εκφυλισμό των καιρών· απαιτείται να βρεθεί εντός μας η σπίθα της ευθύνης και της συμπόνιας για τον άλλο. Η ατομική αυτογνωσία, η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και η υπέρβαση του εγωιστικού βολέματος προϋποθέτουν εσωτερικό αγώνα, μια διαρκή μάχη ανάμεσα στην εγγενή τάση της παθητικότητας και στην επιτακτική ανάγκη του «ο ένας για τον άλλον».
Αντιμέτωπος ο σύγχρονος άνθρωπος με σωρεία πειρασμών και περισπασμών, καλείται να σταθεί κριτικά απέναντι στις σύγχρονες λογικές της αυτάρκειας, της καταναλωτικότητας, της κουλτούρας του «φαίνεσθαι». Η άσκηση ενός διαρκούς ελέγχου των επιθυμιών και των θυμικών παρορμήσεων –κατ’ ουσία μια σύγχρονη μορφή ασκητισμού– αποτελεί ίσως το πρώτο λιθαράκι για τη γένεση μιας νέας προοπτικής βιώματος.
2. Αναγέννηση των προσωπικών και οικογενειακών αξιών
Η οικογένεια, ως θεμελιώδες κύτταρο μετάδοσης αξιών και αρετών, αποκτά βαρύνουσα σημασία. Η ενίσχυση της αλληλεγγύης, της ειλικρινούς επικοινωνίας και της κατανόησης μέσα στον οικογενειακό ιστό διαμορφώνει προσωπικότητες ικανές να δρουν με ευθύνη στην κοινωνία. Η ανάδειξη προτύπων ζωής που δεν ταυτίζονται με το πρότυπο της επιτυχίας, της καλλωπισμένης επιφάνειας και της υλικής ευημερίας, αλλά μάλλον με το πρότυπο της προσφοράς, της αυτοθυσίας και της ταπεινότητας, στρώνει τον δρόμο προς την επανανοηματοδότηση της ζωής.
Η οικογένεια δεν είναι μια νοσταλγία του παρελθόντος, αλλά θα μπορούσε να γίνει σύγχρονη εστία αντίστασης στην αλλοτρίωση. Εδώ καλλιεργείται η αυτάρκεια και η αλληλεγγύη, εκεί τα παιδιά μαθαίνουν όχι τόσο για το τι «δικαιούνται» όσα για το τι «οφείλουν» – ιδίως έναντι των αδυνάτων.
3. Κοινωνικές συσπειρώσεις, συλλογικές παρεμβάσεις και αναθεώρηση προτεραιοτήτων
Η επανάκτηση των ενάρετων παρεμβάσεων απαιτεί συλλογικές, και όχι μόνο ατομικές, πρωτοβουλίες. Η δύναμη της κοινότητας μπορεί να κινήσει βουνά, είτε εκδηλώνεται μέσα από μικρές πράξεις αλληλεγγύης, είτε μέσω οργανωμένων πρωτοβουλιών που θέτουν τον άνθρωπο και την αξιοπρέπεια στο επίκεντρο. Παραδείγματα, όπως συσσίτια, κοινωνικά παντοπωλεία, δομές στήριξης ευπαθών ομάδων, αυτοοργανωμένα εγχειρήματα αλληλοβοήθειας, λειτουργούν ως γόνιμος αντίλογος στην απάθεια και τη μαζική αποσύνθεση.
Η ενεργή συμμετοχή στα κοινά, η εγρήγορση απέναντι στην αδικία και η μαχητική διεκδίκηση ενός δικαιότερου κόσμου, αναδεικνύουν τη δυναμική της πράξης ως αντίδοτο στην παράλυση της αδιαφορίας. Με πληγές από το παρελθόν μας, με ελλείψεις και ταυτοχρόνως ελπίδες για το μέλλον, καλούμαστε να αναστοχαστούμε τις προτεραιότητές μας: ο άνθρωπος προηγείται του κέρδους, ο σεβασμός στην αξιοπρέπεια προηγείται του θεάματος, η αλήθεια προηγείται του κατά συνθήκην ψεύδους.
4. Ο ρόλος της Εκπαίδευσης και του Πολιτισμού
Η εκπαίδευση στη βαθύτερή της μορφή δεν ταυτίζεται με τη μετάδοση στείρας πληροφορίας. Αποτελεί χώρο σφυρηλάτησης χαρακτήρων, ανάπτυξης της συνείδησης και της κοινωνικής ευθύνης.
Η προώθηση της ανθρωπιστικής παιδείας, της κριτικής σκέψης, της φιλοσοφικής και καλλιτεχνικής ευαισθησίας δημιουργεί προσλαμβάνουσες που προάγουν τη διάκριση ανάμεσα στην πραγματική πρόοδο και τη δόλια εκμετάλλευση της τεχνοεπιστήμης ή της πληροφορίας. Διαμορφώνει πολίτες ικανούς να αντιστέκονται στον κοινωνικό κυνισμό, να στοχάζονται πάνω στο νόημα του δικαίου, να λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της ηθικής δράσης.
Ο Πολιτισμός – ως ζωντανή μνήμη, ως καθημερινή πράξη, ως καλλιέργεια – δεν είναι πολυτέλεια: καλλιεργεί τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, προσφέρει εφαλτήρια για κριτική αναστοχαστική δράση και γεννά ταυτότητες συνεργατικές, αλληλέγγυες, συνδημιουργικές.
5. Η πολιτική βούληση και το κράτος δικαίου
Οφείλουμε να στηλιτεύσουμε τον ρόλο των θεσμών και κυρίως της πολιτείας στην ανάδειξη μιας κοινωνίας ευκαιριών, όχι προνομίων για λίγους. Η ισχυροποίηση του κράτους πρόνοιας, η ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης, η προστασία των αδυνάτων και η φορολογική διαφάνεια αποτελούν αναγκαίες συνιστώσες για να χτιστεί μια κοινωνία με λιγότερες αποκλείσεις και οδυνηρές ανισότητες. Η ποιότητα της δημοκρατίας, η πρόσβαση όλων στα βασικά αγαθά, το δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην υγεία, στην εργασία, οφείλουν να βρίσκονται στο επίκεντρο ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου.
Η αδιαφορία, η πελατειακή λογική, ο προκλητικός πλουτισμός, ο εκφυλισμός της πολιτικής και η αδυναμία χαράξεως πολιτικών με επίκεντρο τον άνθρωπο παραμένουν, δυστυχώς, νάρκες στην υπέρβαση της ανθρώπινης πτώχευσης. Μόνο με διαφάνεια, κοινωνική συμμετοχή και διαρκή αγώνα μπορούν οι δομές να αλλάξουν ουσιωδώς πρόσημο.
Κριτικός σχολιασμός: Το στοίχημα του Ανθρώπου
Η πραγματικότητα του πάσχοντος, του αναξιοπαθούντος, του περιθωριοποιημένου – την οποία πετυχημένα φέρνει στο προσκήνιο ο Καζαντζάκης – δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με εφήμερα επιθέματα ή ηθικολογικές διακηρύξεις. Απαιτείται ριζική αναθεώρηση του τρόπου που νοούμε τους εαυτούς μας και των σχέσεων με τον άλλον. Εδώ η Φιλοσοφία, η Λογοτεχνία, η Τέχνη, η γνήσια Θρησκευτικότητα, δεν είναι διακοσμητικές ατραξιόν στον βίο μας, αλλά καταλύτες ουσιαστικού στοχασμού και δράσης.
Ο στοχαστής του Σύγχρονου Ανθρώπου πρέπει να αναρωτηθεί:
- Σε ποιο βαθμό είναι διατεθειμένος να θυσιάσει την «καλοπέραση» για το κοινό καλό;
- Πώς θα εκπαιδεύσει την ευαισθησία του ώστε το κλάμα ενός παιδιού στα πόδια του να μην είναι απλά θόρυβος μέσα στη βαβούρα της καθημερινότητας, αλλά αφετηρία αγώνα;
- Πόσο ειλικρινής μπορεί να είναι ο διάλογος ανάμεσα στην προσωπική ευημερία και τη συλλογική δυστοπία;
Ο αγώνας για την ανάκτηση των ενάρετων παρεμβάσεων παραμένει επίκαιρος όσο ποτέ: η διασφάλιση της ουσιαστικής ανθρώπινης παρουσίας στον κόσμο είναι ευθύνη όλων. Όχι μόνο του «άλλου». Η έξοδος από την ανθρώπινη πτώχευση δεν είναι απλώς ουτοπικός στόχος· είναι η επιτακτική ανάγκη, αν θέλουμε να παραμείνουμε, στα αλήθεια, άνθρωποι.
Εν κατακλείδι, το απόσπασμα του Καζαντζάκη λειτουργεί σαν προμετωπίδα μιας διαλεκτικής ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που οφείλουμε να γίνουμε. Η επιβίωση του ανθρωπισμού περνά αναπόφευκτα από την επανανοηματοδότηση της ατομικής και συλλογικής πράξης, την ουσιαστική μετάνοια και την ανιδιοτελή προσφορά – όχι ως ατομικό επίτευγμα, αλλά ως κοινό, διαρκές στοίχημα ύπαρξης.
Γιώργος Τσούκας