Παναγιώτης Κονδύλης, ένας διορατικός στοχαστής

Για το βιβλίο του Θανάση Πολλάτου Παρασιτισμός και επίπλαστη ευημερία.
Ο Παναγιώτης Κονδύλης και η ελληνική κρίση (εκδ. Επίκεντρο).
Του Γιώργου Λαμπράκου*

Αν γινόταν μια δημοσκόπηση με το ερώτημα για τα βασικά αίτια της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας, είναι βέβαιο πως η πλειονότητα των ερωτηθέντων, ακόμα και σήμερα, θα απαντούσε πως αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στην έξωθεν επιβολή των Μνημονίων, δηλαδή των μέτρων λιτότητας. Αυτή η απάντηση, ωστόσο, θα ήταν προβληματική, αφού θα δεχόταν πως ένα αποτέλεσμα (η οικονομική κρίση) θα είχε ως αιτία ένα άλλο αποτέλεσμα (τα μέτρα λιτότητας). Το ερώτημα θα έπρεπε λοιπόν να συγκεκριμενοποιηθεί: ποια ήταν τα αίτια που οδήγησαν τη χώρα εξαρχής στην ανάγκη να ληφθούν μέτρα λιτότητας, μέτρα που η ίδια η χώρα είχε προφανώς βαθύτατη ανάγκη – ειδάλλως γιατί να έπρεπε, αφενός να ληφθούν, αφετέρου να ζητηθεί έξωθεν βοήθεια στη λήψη τους; Με άλλα λόγια, το ουσιαστικό ερώτημα δεν αφορά στο πώς φτάσαμε στην προβληματική κατάσταση του 2015, αλλά στο πώς φτάσαμε στην προβληματική κατάσταση του 2010.

O Κονδύλης υπήρξε όχι μόνο ένας από τους πρώτους, αλλά κυρίως ο πιο διορατικός και διεισδυτικός στοχαστής της νεοελληνικής κρίσης, και μάλιστα δύο ολόκληρες δεκαετίες προτού αυτή ξεσπάσει σε όλο της το μεγαλείο, δηλαδή σε όλη της τη μιζέρια.

Σε παλιότερο κείμενό μας στη Bookpress (14/6/2012), με θέμα την πλήρη ελληνική έκδοση της Κριτικής της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, καθώς και σε ακόμα παλιότερο άρθρο μας («SOS στην άκρη του τούνελ», εφημερίδα «Αξία», 2/7/2011) είχαμε επισημάνει πως ο Κονδύλης υπήρξε όχι μόνο ένας από τους πρώτους, αλλά κυρίως ο πιο διορατικός και διεισδυτικός στοχαστής της νεοελληνικής κρίσης, και μάλιστα δύο ολόκληρες δεκαετίες προτού αυτή ξεσπάσει σε όλο της το μεγαλείο, δηλαδή σε όλη της τη μιζέρια.

Ο ‘Ελληνας φιλόσοφος, με βασικά όπλα την εξαίρετη γνώση των ιστορικών, πολιτισμικών και ιδεολογικών παραμέτρων και τη μηδενιστική αποστασιοποίηση από κανονιστικές θέσεις, πρόβλεψε έγκυρα και έγκαιρα όσα έκτοτε συντελέστηκαν. Παρεμπιπτόντως, δεν ήταν οικονομολόγος, κάτι που επίσης συνέβαλε στη σωστή διάγνωση.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε λοιπόν μια σημαντική μονογραφία με αυτό ακριβώς το θέμα. Ο δρ. φιλοσοφίας Θανάσης Πολλάτος, στο βιβλίο του Παρασιτισμός και επίπλαστη ευημερία: ο Παναγιώτης Κονδύλης και η ελληνική κρίση (και με πρόλογο του διδάκτορα διεθνών σχέσεων Γιώργου Λ. Ευαγγελόπουλου), αναλύει δύο από τα γνωστότερα κείμενα του Κονδύλη με θέμα την ελληνική κατάσταση. Το πρώτο είναι η «Καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία», που υπάρχει ως εισαγωγή στην ελληνική έκδοση της Παρακμής του αστικού πολιτισμού (Θεμέλιο, 1991) και κυκλοφορεί πλέον αυτόνομο από τις ίδιες εκδόσεις με τον προσφυή τίτλο «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας». Το δεύτερο είναι το «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής», που υπάρχει ως επίμετρο στην ελληνική έκδοση της Πλανητικής πολιτικής μετά τον ψυχρό πόλεμο (Θεμέλιο, 1992).

Στα δύο πρώτα κεφάλαια της μονογραφίας του ο Πολλάτος καταγίνεται με το ξεδίπλωμα των επιχειρημάτων του Κονδύλη, το καταφέρνει δε με τόσο προσεκτικό και ακριβή τρόπο, ώστε εδώ δεν είναι ανάγκη να πλατειάσουμε. Ο Κονδύλης υποστήριξε πειστικά πως η αστική τάξη στην Ελλάδα, όντας σε οικονομική και πολιτισμική οπισθοδρόμηση σε σχέση με τις πρωτοπόρες αστικές τάξεις της Δύσης, δεν κατόρθωσε ποτέ να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων του αναδυόμενου βιομηχανικού κόσμου. Διατηρώντας τους «κανόνες της βαλκανικής πατριάς» μέσα σε μια «ιδιότυπη πατριαρχική κοινωνική οργάνωση με φεουδαλικά στοιχεία», η Ελλάδα πόρρω απείχε από τις κυρίαρχες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις της λοιπής Ευρώπης, με κύριο αποτέλεσμα να μην εισέλθει ποτέ κανονικά στη νεωτερικότητα.

Οι πελατειακές σχέσεις διέφθειραν προϊόντος του χρόνου πολιτικούς, επιχειρηματίες και δημοσίους υπαλλήλους, σε μια πολυπλόκαμη σχέση από την οποία όλοι έβγαιναν λιγότερο ή περισσότερο κερδισμένοι, απομυζώντας ένα όλο και πιο καταχρεωμένο ελληνικό κράτος.

Βασικά χαρακτηριστικά του νεοελληνικού κρατικού μορφώματος, όπως «υπανάπτυξη της σύγχρονης διοίκησης, απουσία θεμελιώδους χωρισμού προσώπου και αξιώματος, ευνοιοκρατία, νωθρότητα, μοιρολατρία, ανοργανωσιά» κ.α. συνεχίστηκαν σχεδόν αυτούσια από την οθωμανική περίοδο. Οι πελατειακές σχέσεις διέφθειραν προϊόντος του χρόνου πολιτικούς, επιχειρηματίες και δημοσίους υπαλλήλους, σε μια πολυπλόκαμη σχέση από την οποία όλοι έβγαιναν λιγότερο ή περισσότερο κερδισμένοι, απομυζώντας ένα όλο και πιο καταχρεωμένο ελληνικό κράτος, με φανερό ή κρυφό λάβαρο τον λαϊκισμό. Η δε βασική ιδεολογία των Νεοελλήνων, ο ελληνοκεντρισμός, παρακώλυσε με σημαντικούς τρόπους τις εξελίξεις προς τον εκσυγχρονισμό (εδώ αυτός ο όρος χρησιμοποιείται περιγραφικά, ως εθνικός προσανατολισμός, μονάχα επειδή η Ελλάδα αποφάσισε να ανήκει σε μια πολιτισμική επικράτεια, τη Δύση, που καλώς ή κακώς διέπεται από αυτή την ιστορική συνθήκη). Η ελληνική οικονομία κατάντησε παρασιτική, αφού παρήγαγε λίγα, ενώ κατανάλωνε πολλά με τη βοήθεια ενός άνευ ορίων και όρων δανεισμού. Αυτό, μεταπολιτευτικά, ήταν μάλιστα το αποτέλεσμα όχι μόνο της έμπρακτης πολιτικής του δικομματισμού, αλλά και της γενικευμένης αριστερής ιδεολογίας που «δεν παραλείπει να υπερασπίσει κάθε καταναλωτική απαίτηση στο όνομα του “λαού” συναινώντας και προωθώντας την εκποίηση της χώρας στο όνομα των “λαϊκών” δικαίων».

Ο Πολλάτος συνεχίζει με την ανάλυση ενός ακόμα βαρυσήμαντου κειμένου του Κονδύλη. Στο «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής» ξεδιπλώνεται το επιχείρημα της Ελλάδας ως «φθίνοντος έθνους» (ερμηνεία που με τα χρόνια επιβεβαιώνεται επώδυνα) το οποίο κυβερνούν πολιτικοί μυωπικοί ως προς την πραγματικότητα των αδυσώπητων διεθνών σχέσεων (ο αδυσώπητος χαρακτήρας τους δεν είναι κανένα νέο: το ξέρουμε, ή θα έπρεπε να το ξέρουμε, ήδη από τον Θουκυδίδη), σε ένα εγχώριο πλαίσιο όπου δεσπόζουν, συχνά σε ρόλο υπεραναπλήρωσης, ο μελοδραματισμός, ο επαρχιωτισμός, ο «αψίκορος πατριωτισμός», ο «θαυμασμός του σοφού λαϊκού ενστίκτου», καθώς και ο «παιδικός εγωκεντρισμός» ή «ο νεοελληνικός μικρομεγαλισμός, το κωμικό θέαμα ενός μικρού παιδιού που μιλάει με ύφος χιλίων καρδιναλίων» (ερμηνεία που επίσης γνωρίζει εσχάτως μια νέα, ακόμα πιο κωμικοτραγική, επιβεβαίωση).

Στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, όπου «κανείς δεν χαρίζει τίποτα σε κανέναν», κανείς δεν χαρίζει κατά μείζονα λόγο σε κάποιον που ζητά διεθνή στήριξη σε εθνικά θέματα ενόσω βρίσκεται μονίμως με απλωμένο το χέρι για δανεικά.

Ο «παρασιτικός καταναλωτισμός» δεν επιτρέπει λοιπόν στην Ελλάδα να σταθεί ως ισότιμο μέλος διεθνών οργανισμών, οπότε φωνασκεί για τα δίκαιά της χωρίς να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Όταν μάλιστα ο Κονδύλης εκφράζει (το 1992) την ωμή αλήθεια, ότι «στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης», στην οικονομία του οποίου η Ευρωπαϊκή Κοινότητα αργά ή γρήγορα θα επιβάλλει «αυστηρή δίαιτα εξυγιάνσεως» και επαναφορά «του ελληνικού βιοτικού επιπέδου στο ύψος που επιτρέπουν οι δυνατότητές της», ο Πολλάτος μιλά ορθά για «ανατριχιαστική ακρίβεια της πρόβλεψης».

Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Πολλάτος δοκιμάζει την αντοχή των κονδυλικών προβλέψεων στη σύγχρονη κατάσταση της κρίσης. Θεωρεί ορθά πως «η κινηματική εκδίπλωση της αντίδρασης στην προαναγγελθείσα –τουλάχιστον από τον Κονδύλη– ελληνική τραγωδία είχε όλα τα χούγια της μαζικοδημοκρατικής συγκυρίας […] το μεσαίο στρώμα συμπεριφέρεται ως οικουμενική τάξη, οι αγανακτισμένες μάζες ζητούν να αποφασίζουν οι ίδιες φτάνοντας να απορρίπτουν την τεχνοκρατική επιστημοσύνη με τίμημα την άρνηση της ίδιας της πραγματικότητας». Διαπιστώνει καίρια τη «φυγή της ελληνικής κοινωνίας προς το παρελθόν» και την αναπόληση της δεκαετίας του ’80 από ένα «κόμμα της πάλαι ποτέ ανανεωτικής αριστεράς μεταλλαγμένο βάναυσα από την επίδραση ενός κάποιου θολού κυρίως αντιπαγκοσμιοποιητικού κινηματισμού».

Η άλλη έκφραση της φυγής προς το παρελθόν είναι ασφαλώς η «προσφυγή στον νεοναζισμό», όπου πολλά «ενδημικά» γνωρίσματα του μέσου Έλληνα (εθνικισμός, ρατσισμός, αντισημιτισμός, κ.λπ.) γνωρίζουν επικίνδυνη έξαρση (αν δεν ήταν ενδημικά, προφανώς και δεν θα ξεπετάγονταν με τόση ευκολία).

Στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο, με τίτλο «Η απήχηση των κονδυλικών θέσεων στα χρόνια της κρίσης», ο Πολλάτος αναφέρει ορισμένους από τους στοχαστές, δημοσιολόγους και συγγραφείς που είτε ασχολήθηκαν ειδικά με το έργο του Κονδύλη, είτε οι απόψεις τους συγκλίνουν αποφασιστικά με τις προβλέψεις του, ξεχωρίζοντας τον Στέλιο Ράμφο και τον Αλέκο Παπαδόπουλο (σε προηγούμενα κεφάλαια έχει ήδη αναφερθεί στον Αξελό και τον Καστοριάδη). Στο δε επίμετρο του βιβλίου, με θέμα τον «εθνοκεντρισμό του Κονδύλη» (που καλλιεργήθηκε ως άποψη κυρίως λόγω του πολυσυζητημένου επιμέτρου του στη Θεωρία του πολέμου), ο Πολλάτος καταθέτει την προσωπική του άποψη, σύμφωνα με την οποία η μομφή του εθνικισμού στη σκέψη του Κονδύλη είναι μεν παρατραβηγμένη (εφόσον δεν συνάδει με την αξιολογική ουδετερότητα), αλλά έχει κάποια ψήγματα αλήθειας στον βαθμό που, κατά τον Πολλάτο, ο Κονδύλης φαίνεται όχι απλώς να διαπιστώνει, αλλά ενίοτε να επικροτεί, έστω και συγκαλυμμένα, τη μελλοντική αναβίωση των εθνών-κρατών.

Το έργο του Κονδύλη θα άξιζε να ερμηνευτεί σε παραλληλισμό με το έργο ενός άλλου σπουδαίου σύγχρονου πολιτικού στοχαστή και ιστορικού των ιδεών, του Τζον Γκρέι, που ομοίως τονίζει με κάθε ευκαιρία πως η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ, τουλάχιστον όχι με τον τόσο εύκολα διακηρυγμένο φιλελεύθερο θρίαμβο για όλη την ανθρωπότητα.

Στο πλαίσιο της κονδυλικής ανθρωπολογίας, όπως σημειώνει ο Πολλάτος, «το οντολογικό πρωτείο του πολέμου ως αφτιασίδωτου εκφραστή της βαθύτερης στοιβάδας της ανθρώπινης ψυχής υπονοείται άλλωστε όταν ο Κονδύλης χαιρεκακεί μπροστά στην παλινόρθωση των εθνικιστικών πολέμων στα ευρωπαϊκά εδάφη καλώντας τους καλοζωισμένους Ευρωπαίους να τρέμουν μπροστά στην υποτροπή, στην αναμόχλευση των πιο στοιχειωδών τους παθών…». Θεωρούμε πως η «χαιρεκακία» του Κονδύλη απέναντι στην ενδεχόμενη (λόγω έξαρσης των εθνικισμών) άμβλυνση της «δυτικής ευζωίας, της κατανάλωσης και της τρυφηλότητας» δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνήθη θεωρητική στρατηγική του να γειώνει τους ανθρώπους (κυρίως όσους μιλούν για «τέλος της ιστορίας», «ηθικό οπτιμισμό», «τέλος των πολέμων» και τα τοιαύτα) και να καταρρίπτει όσες προσδοκίες τους κρίνει ανεδαφικές. Από αυτή την άποψη, το έργο του Κονδύλη θα άξιζε να ερμηνευτεί σε παραλληλισμό με το έργο ενός άλλου σπουδαίου σύγχρονου πολιτικού στοχαστή και ιστορικού των ιδεών, του Τζον Γκρέι, που ομοίως τονίζει με κάθε ευκαιρία (και με την αποστασιοποιημένη νηφαλιότητα του λεπταίσθητου είρωνα, η οποία διακρίνει και τον Κονδύλη) πως η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ, τουλάχιστον όχι με τον τόσο εύκολα διακηρυγμένο φιλελεύθερο θρίαμβο για όλη την ανθρωπότητα.

O Κονδύλης έγραφε πως η ελληνική εθνική πολιτική συχνά «θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά».

Όλα όσα γράφτηκαν παραπάνω με αφορμή τη μελέτη του Πολλάτου δεν γράφτηκαν ούτε για να ευλογήσουμε τα γένια του «προφήτη» Κονδύλη, ούτε για να αυτομαστιγωθούμε κλαυθμυρίζοντας για τη δύστηνο μοίρα μας: αυτό θα ήταν άλλο ένα απευκταίο σύμπτωμα της νεοελληνικής μιζέριας και μοιροκρατίας. Γράφτηκαν με στόχο την αφύπνιση των συνειδήσεων, την εμπέδωση του ρεαλισμού και του πραγματισμού στην ελληνική πολιτική (προφανώς και στην καθημερινή ζωή, αφού οι αυταπάτες των πολιτών μεταφράζονται πάντα σε εθνικές αυταπάτες και τανάπαλιν), την κατάρριψη σαθρών (εξού και επικίνδυνων για την πτώση μας) ιδεολογημάτων για την υποτιθέμενη ελληνική ανωτερότητα και την «ελληνική ψυχή» (ή «το ελληνικό DNA») που στο τέλος πάντα νικά (το βαρύ τίμημα της «νίκης» πάντα παραλείπεται να αναφερθεί). Κάπου εδώ, στο τέλος, η αξιολογική ουδετερότητα μπορεί να συναντήσει γόνιμα ορισμένες αξιολογικές επιταγές προς την κατεύθυνση μιας μεταμηδενιστικής φιλοσοφίας ζωής.

Για ό,τι δεν ειπώθηκε ή δεν εξαντλήθηκε σε αυτή τη μονογραφία, αρκούμαστε στην επισήμανση του Πολλάτου, που γεννά εύλογες προσδοκίες, ότι «μένει αρκετή δουλειά να γίνει». Το βιβλίο του, βασισμένο στις κονδυλικές ιδέες, είναι μια πολύτιμη συμβολή στην κατανόηση ορισμένων από τα δομικά προβλήματα της χώρας, μα πρωτίστως στη χωρίς ψευδαισθήσεις αυτοκατανόησή μας. Δίχως αλλαγή νοοτροπίας, άλλωστε, καμιά ευρύτερη αλλαγή σύμφωνα με τις επιθυμίες και τις προθέσεις μας δεν είναι εφικτή. Αν έχει δίκιο ο Κονδύλης όταν έγραφε πως η ελληνική εθνική πολιτική συχνά «θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά», τότε είμαστε ιστορικά αναγκασμένοι να βρούμε καταρχάς πόδια. Για φτερά, έχουμε μέλλον.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής.

Leave A Reply

Διαβάστε επίσης
Η γνωριμία μας με τον Στέλιο Ράμφο, τον οποίο παρακολουθούσα…
error: Content is protected !!