Το διαδραστικά οργανωμένο μάθημα αξίζει πολύ περισσότερο από την καλύτερη διάλεξη

Διαδραστική αποκαθήλωση της αυθεντίας

Όσο χαρισματικός και αν είναι ένας καθηγητής οι νέες έρευνες δείχνουν ότι θα μπορούσε να βελτιώσει σημαντικά το μάθημά του αν υιοθετούσε μια πιο «διαδραστική» προσέγγιση

Σε ένα αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας στον Καναδά, ο διακεκριμένος και έμπειρος καθηγητής ολοκληρώνει το μάθημα της Κβαντομηχανικής. Οι φοιτητές τον έχουν παρακολουθήσει με ενδιαφέρον, η παράδοση ήταν άψογη – ο εν λόγω πανεπιστημιακός, άλλωστε, φημίζεται για τα μαθήματά του και είναι από τους πιο «αγαπημένους» των σπουδαστών.

Σε άλλο αμφιθέατρο του ίδιου πανεπιστημίου, τη σκυτάλη της διδασκαλίας παίρνει ένας άπειρος αλλά ειδικά εκπαιδευμένος μεταδιδακτορικός ερευνητής. Μοιράζει στους φοιτητές ηλεκτρονικές συσκευές που μοιάζουν με το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης και διδάσκει το ίδιο ακριβώς κεφάλαιο της Κβαντομηχανικής αλλά με μια διαφορετική, αμφίδρομη μέθοδο, βασισμένη στις έρευνες της Γνωσιακής Ψυχολογίας και στις μελέτες που αφορούν την εκπαίδευση σε σχέση με το μάθημα της Φυσικής.

Ποια «τάξη» κατάλαβε περισσότερα και έμαθε καλύτερα το μάθημά της; Όσο και αν αυτό δυσαρέστησε πολλούς, ο άπειρος ερευνητής κέρδισε σε όλα τα σημεία. Η συμμετοχή στα μαθήματά του αυξήθηκε, οι φοιτητές τα παρακολούθησαν με μεγαλύτερη προσοχή και έμαθαν διπλάσια απ’ ό,τι στα «παραδοσιακά» μαθήματα, δίνοντας τροφή για σκέψη και προβληματισμό στους εκπαιδευτικούς, όχι μόνο της άλλης πλευράς του Ατλαντικού.

Το Νομπέλ πίσω από το πείραμα

Το πείραμα, το οποίο έχει προκαλέσει αρκετές αντιπαραθέσεις στην πανεπιστημιακή κοινότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, ήταν μια πρωτοβουλία του Καρλ Γουάιμαν, βραβευμένου με το Νομπέλ Φυσικής καθηγητή των πανεπιστημίων της Βρετανικής Κολομβίας και του Κολοράντο. Ο κ. Γουάιμαν είναι σήμερα σύμβουλος σε επιστημονικά θέματα του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα και για ένα διάστημα απέχει των διδακτικών καθηκόντων του. Ως υπεύθυνος όμως των προγραμμάτων επιστημονικής εκπαίδευσης και των δύο πανεπιστημίων έχει ξεκινήσει εδώ και μερικά χρόνια μια «εκστρατεία» για την αλλαγή του τρόπου διδασκαλίας των θετικών επιστημών την οποία δεν εγκαταλείπει. Υποστηρίζει ότι η διδασκαλία, για να είναι αποδοτική, απαιτεί μια πιο επιστημονική προσέγγιση και διαφορετική μεθοδολογία. Θεωρεί ότι όταν το ζητούμενο είναι να μάθει κάποιος πραγματικά και να κατανοήσει ένα αντικείμενο, το σημαντικό δεν είναι το ποιος θα του το διδάξει αλλά το πώς. Η μελέτη που διεξήγαγε στο καναδικό πανεπιστήμιο και δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Science» αποδεικνύει ότι μάλλον έχει δίκιο. Σε μια κλασική παράδοση, όπως την έχουμε συνηθίσει στα περισσότερα πανεπιστήμια του κόσμου, ο καθηγητής κάνει μια διάλεξη και οι φοιτητές τον ακούν. Η διάλεξη αυτή μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο «ζωντανή» και «μεταδοτική», είναι όμως πάντα «μονόδρομη», από τον καθηγητή προς τους φοιτητές, οι οποίοι ενδεχομένως, αν έχουν απορίες, θα κάνουν κάποιες ερωτήσεις.

Η αμφίδρομη συμμετοχή

Στο μάθημα «αμφίδρομης συμμετοχής», όπως το ονομάζουν οι ερευνητές, ο στόχος είναι η μετατροπή αυτής της μονόδρομης σχέσης σε αμφίδρομη. «Στον παραδοσιακό τρόπο διδασκαλίας οι φοιτητές έχουν παθητικό ρόλο, οι πληροφορίες διοχετεύονται διαρκώς από τον δάσκαλο στον φοιτητή» λέει μιλώντας στο «Βήμα» ο Λουί Ντελοριέ, ένας από τους ερευνητές που συμμετείχαν στο πείραμα και από τους συγγραφείς της μελέτης. «Οι φοιτητές δεν έχουν τον χρόνο να αφομοιώσουν και πρέπει μόνοι τους να συνθέσουν όλες τις πληροφορίες και να σχηματίσουν ένα νοητικό μοντέλο για όλες αυτές τις ιδέες. Αυτό απαιτεί μεγάλη προσπάθεια και είναι δύσκολο».

Η αμφίδρομη μέθοδος επιδιώκει να βοηθήσει τους φοιτητές σε αυτή τη σύνθεση, «εκπαιδεύοντάς» τους ώστε να την κάνουν σταδιακά, ιδέα την ιδέα, κατά τη διάρκεια της παράδοσης. Εκτός από αλλαγές στον τρόπο διδασκαλίας, αυτό απαιτεί μια συνεχή επικοινωνία του καθηγητή με όλους. Για να την εξασφαλίσουν οι ερευνητές χρησιμοποίησαν την τεχνολογία, εφοδιάζοντας τον κάθε φοιτητή με μία ηλεκτρονική συσκευή. «Αυτά τα “προσωπικά συστήματα απόκρισης”, όπως τα αποκαλούμε, είναι ένας τρόπος που εξασφαλίζει τη συμμετοχή όλης της τάξης ταυτοχρόνως» εξηγεί ο κ. Ντελοριέ. «Αν δεν τα έχεις μπορείς βέβαια να ζητήσεις από τους φοιτητές να σηκώνουν το χέρι τους απαντώντας “ναι” ή “όχι”. Με τη βοήθειά τους όμως, όταν έχεις 300 φοιτητές, ανά πάσα στιγμή μπορείς να ξέρεις τι καταλαβαίνουν όλοι. Απαντούν απλώς στην ερώτηση και όχι μόνο ο καθηγητής αλλά και οι ίδιοι ξέρουν αμέσως αν έχουν καταλάβει σωστά».

Μάθημα – κέντημα

Εκτός από τη «μηχανική» υποστήριξη το αμφίδρομο μάθημα έχει και άλλες διαφορές στον τρόπο διδασκαλίας από την κλασική παράδοση. Η πιο σημαντική έγκειται στις συνεχείς «διακοπές» της στεγνής παράδοσης, στις οποίες οι φοιτητές με ερωτήσεις ή ασκήσεις καλούνται κατά κάποιον τρόπο να βάλουν σε τάξη στο μυαλό τους όσα έχουν ακούσει ως εκείνη τη στιγμή. «Στην τάξη αμφίδρομης συμμετοχής», εξηγεί ο κ. Ντελοριέ, «δίδονται στους φοιτητές, π.χ., πέντε λεπτά για να ολοκληρώσουν μερικές ομαδικές εργασίες, προβλήματα που έχω σχεδιάσει από πριν και τα οποία θα πρέπει να “δουλέψουν” για πέντε λεπτά. Στη συνέχεια τους δίνω πληροφορίες και τους εξηγώ πώς ένας εξειδικευμένος φυσικός προσεγγίζει αυτό το πρόβλημα και έτσι μπορούν να κάνουν τη σύγκριση».

Φυσικά ένας τέτοιος τρόπος διδασκαλίας απαιτεί περισσότερη «δουλειά» αλλά και ειδική εκπαίδευση και για τον καθηγητή. Αυτός είναι και ο λόγος, όπως εξηγεί ο φυσικός, για τον οποίο οι ίδιοι οι ερευνητές που σχεδίασαν το πείραμα παρέδωσαν τα αμφίδρομα μαθήματα και συνέγραψαν και τη μελέτη, κάτι το οποίο έδωσε έναυσμα για ορισμένες διαμαρτυρίες.«Δεν μπορούσε όμως να γίνει διαφορετικά», λέει ο κ. Ντελοριέ, «γιατί αυτού του είδους η διδασκαλία απαιτεί αρκετή εκπαίδευση και, εδώ, στο δικό μας Τμήμα Φυσικής, δεν θα μπορούσαμε να ζητήσουμε από άλλους να την περάσουν. Οι αντιρρήσεις που εξέφρασαν ορισμένοι δεν έχουν βάση. Ανησυχούν ότι θα είμαστε μεροληπτικοί υπέρ της αμφίδρομης μεθόδου, με τον τρόπο που σχεδιάστηκε η έρευνα όμως δεν υπήρχε περιθώριο για κάτι τέτοιο».

Εκτός από την ερευνητική ομάδα στο πείραμα συμμετείχε ένας διακεκριμένος καθηγητής της Φυσικής του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας του οποίου το όνομα δεν αποκαλύπτεται. Η διδακτέα ύλη είχε συμφωνηθεί εκ των προτέρων και τόσο οι ερευνητές όσο και ο καθηγητής παρακολουθούσαν ο ένας τα μαθήματα του άλλου. Για να εξασφαλιστεί η αντικειμενικότητα ανεξάρτητοι παρατηρητές ήταν παρόντες σε όλες τις παραδόσεις και αξιολογούσαν το επίπεδο κατανόησης και αφομοίωσης των φοιτητών. Αρχικά όλοι οι φοιτητές διδάχθηκαν με την παραδοσιακή μέθοδο ώστε να υπάρχει ένα «μέτρο» του επιπέδου και του βαθμού αφομοίωσής τους.

Εντυπωσιακά αποτελέσματα

Καθ’ όλη τη διάρκεια της κοινής «παραδοσιακής» διδασκαλίας οι επιδόσεις των φοιτητών ήταν ταυτόσημες. Όταν όμως χωρίστηκαν σε τμήματα, το τμήμα της αμφίδρομης μεθόδου εμφάνισε σημαντική διαφορά: η συμμετοχή και το επίπεδο προσοχής τους αυξήθηκαν σημαντικά, ενώ το επίπεδο των γνώσεων διπλασιάστηκε. Στο τελικό «συνοπτικό» ερωτηματολόγιο, για παράδειγμα, οι φοιτητές του αμφίδρομου τμήματος απάντησαν σωστά στο 74% των απαντήσεων, ενώ εκείνοι που έμειναν στην παραδοσιακή μέθοδο απάντησαν σωστά στο 41%. Παρ’ όλα αυτά, όπως τονίζεται στη μελέτη, όλοι οι φοιτητές συγκράτησαν τις γνώσεις που απέκτησαν στον ίδιο βαθμό, είτε είχαν διδαχθεί με την κλασική είτε με την αμφίδρομη μέθοδο. Ο κ. Γουάιμαν θεωρεί ότι τα θετικά αποτελέσματα της αμφίδρομης μεθόδου δεν περιορίζονται μόνο στο μάθημα της Φυσικής. Πιστεύει ότι είναι δυνατόν να εφαρμοστούν, όχι μόνο στους άλλους τομείς των θετικών επιστημών, αλλά και στο μάθημα της Ιστορίας.

Ενθουσιασμός αλλά και αντιρρήσεις

Αρκετές έρευνες που έχουν γίνει στο παρελθόν με μεθόδους που εξασφαλίζουν μεγαλύτερη συμμετοχή των φοιτητών στο μάθημα έχουν δείξει ανάλογα αποτελέσματα. Η συγκεκριμένη μελέτη όμως, η οποία είχε επικεφαλής τον Καρλ Γουάιμαν, έναν νομπελίστα φυσικό, και δημοσιεύθηκε στο «Science», μια έγκυρη επιστημονική επιθεώρηση, συγκέντρωσε μεγαλύτερο ενδιαφέρον αλλά και περισσότερα πυρά.

Ο Γουόλτερ Λούιν, έγκριτος φυσικός του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης, είναι ένας από τους πλέον φανατικούς πολέμιούς της, επιμένοντας ότι το πρόσωπο του καθηγητή αποτελεί τον κύριο παράγοντα για το αποτέλεσμα της διδασκαλίας. «Εγώ έχω ένα μοναδικό στυλ στις διαλέξεις μου, το οποίο δεν θα μπορούσαν να καλύψουν σε αυτά τα τεστ» δήλωσε με ηλεκτρονικό μήνυμα στο πρακτορείο Associated Press. Άλλοι όμως διαφωνούν. «Η μελέτη αυτή δείχνει ότι δεν είναι ο καθηγητής, δεν είναι καν η τεχνολογία, είναι η προσέγγιση» τόνισε στο ίδιο πρακτορείο ο Λόιντ Άρμστρονγκ, φυσικός και πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας, ενώ ο Ρόμπερτ Μπάιχνερ, φυσικός και καθηγητής της επιστημονικής εκπαίδευσης στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας, ο οποίος εφαρμόζει πιο «συμμετοχική» προσέγγιση στις παραδόσεις του, είπε ότι η διαφορά ανάμεσα στην παραδοσιακή και στην αμφίδρομη μέθοδο είναι «σαν να σου λένε πώς να οδηγήσεις ένα ποδήλατο αντί να ανεβαίνεις επάνω και να το οδηγείς».

Πηγή…. http://www.tovima.gr/science/article/?aid=403071&h1=true

Leave A Reply

Διαβάστε επίσης
«Αν ένας καθηγητής μπορεί να αντικατασταθεί από έναν υπολογιστή, οφείλει…
error: Content is protected !!