Χαμένη αθωότητα σε βέβηλους καιρούς

Χαμένη αθωότητα σε βέβηλους καιρούς

«Αυτό είναι το βαθύ μυστήριο της αθωότητας,
ότι είναι ταυτόχρονα και αγωνία»
ΚΙΡΚΕΓΚΩΡ

Από τις εκδόσεις «Κέδρος» κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Θεσσαλονικιού ποιητή Στέλιου Λουκά, με τον αινιγματικό τίτλο «Αμύθητος κήπος».

Στις δύο προηγούμενες συλλογές του, «Η πιο μεγάλη χώρα» και «Η παρακμή της μνήμης», ο ποιητής μιλούσε για την ομορφιά που γίνεται υπέρβαση και έκπληξη μπρος στο θάμβος της ζωής: «η ομορφιά ποτέ δεν περιμένει / ανθίζει πριν από την έκπληξη», έγραφε. Και εισχωρώντας σε βαθύτερες αγωνίες, σε μια τραυματική αυτογνωσία, αναρωτιόταν «ποιας ακρωτηριασμένης ρίζας αδύναμο φύλλωμα είμαστε;».

Για να επιστρέψει στην αθωότητα, ως έννοια οντολογική της ποίησής του, που συμβολίζει, θα έλεγα, μια ορφική καθαρότητα της ψυχής, πριν από το σκοτάδι. «Να φεύγει η σκουριά» έγραφε, «να μένει το δάκρυ / αιώνια αέναη ανθοφορία / της αθωότητας».

Στην ποιητική συλλογή «Αμύθητος κήπος», υπάρχει πιο γυμνή η αγωνία της ύπαρξης, πιο έντονο το μεταφυσικό στοιχείο που εισχωρεί στην ποιητική όρασή του. «Έφυγα μα θα ξανάρθω» λέει το νεκρό παιδί, «και τότε / μέσα στην απίστευτη βαρυχειμωνιά / θ’ ανθίσει ο κήπος».

Ο ποιητής βιώνει συνειδητά τη μετακίνηση της γνώσης σε βαθύτερες αλήθειες «Αύριο, σ’ εκείνη την άλλη εποχή / όταν θα παραδώσω τα κλειδιά των κήπων / θα επιστρέψω όση ομορφιά / δεν μου ανήκει», γράφει, δίνοντας στην εφημερότητα του βίου όχι μόνο τη διάσταση του επέκεινα, αλλά και την έννοια του κλειδούχου. Εκείνος, ο ποιητής, θα παραδώσει τα κλειδιά των κήπων, όταν με την έννοια του «κήπου» έχει ταυτίσει το ιερό που κλείνει μέσα της η ψυχή. Το ιερό αυτό που το είπε αθωότητα. Και που μόνον σε κάποιον «αμύθητο κήπο» μπορεί να υλοποιηθεί ποιητικά και μεταφορικά.

Θα παραδώσει τα κλειδιά της ψυχής του, λοιπόν, σ’ αυτή την «άλλη εποχή» όπου θα βρεθεί αύριο. Και το «αύριο» είναι ο χρόνος ο άχρονος που δεν μετράει επίγειες εποχές. Και πόσο μου θυμίζει τους «ανοιχτούς κήπους» του Ελύτη, «Στην ψύχρα των ανοιχτών κήπων» λέει Ελύτης, δίνοντας μια άλλη διάσταση στην πολυεπίπεδη αυτή έννοια, που άμεσα δίνει αναφορά στην κατοικία των νεκρών.

Η αθωότητα είναι το δομικό στοιχείο της ποίησης του Λουκά. Αυτή που χάθηκε στους βέβηλους καιρούς και αυτή που απόμεινε μέσα στο κήπο, ταυτόσημη πάντα με το κρυμμένο ιερό. «Ανασαίνω έναν βέβηλο καιρό / στάχτες σκεπάζουν τα μάτια μου» γράφει, «ποιος θα μας επιστρέψει την αθωότητα;». Αυτή την αθωότητα αναζητά, ως «ύστατη καταφυγή». Γιατί ξέρει πως εκεί είναι η χαμένη γνώση της ψυχής, σε μια υπέρβαση σκοτεινή ίσως, σε έναν «άλλο κήπο» λησμονημένο στα τρίσβαθα. Γι’ αυτό και η αθωότητα στην ποίησή του είναι μαζί και αγωνία. Και μου θυμίζει τον λόγο του Κίρκεγκωρ: «Αυτό είναι το βαθύ μυστήριο της αθωότητας, ότι είναι ταυτόχρονα και αγωνία».

Ο «Αμύθητος κήπος» είναι μια ποίηση γνήσια, αληθινή, γραμμένη με καθαρή ποιητική ματιά, με σεμνότητα, με παραβολικές εικόνες, με σημαίνοντες συμβολισμούς. Μια ποίηση του ώριμου λόγου και του ώριμου πόνου.

Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου, Συγγραφέας.

Leave A Reply

Διαβάστε επίσης
Φτάσε όπου δεν μπορείς! Από τον πρόλογο του βιβλίου του…
error: Content is protected !!