Κάτι τελειώνει, μέρα με τη μέρα… Μήπως είναι πια πολύ αργά;»…

Τούτη η φράση, πικρή στη διαπίστωσή της, ηχεί στα αυτιά κάθε γονιού, κάθε παιδαγωγού, κάθε ευαισθητοποιημένου πολίτη, που αναλογίζεται το παρόν και το μέλλον της νέας γενιάς. Σε «Καιρούς Ύποπτους», όταν οι ταχύτητες, τα δεδομένα κι οι απειλές πολλαπλασιάζονται, οι γονείς, ενδεχομένως «ανύποπτοι», ως προς την επίδραση του έξω κόσμου, καλούνται να επανεφεύρουν την αγάπη, να αυξήσουν τη φροντίδα και ανανεώσουν την επαφή με το παιδί τους.

Ωστόσο, θα πρέπει να διερωτηθούμε:

  • Είναι, πράγματι, η «ανυποψία» των γονέων μια αθώα αδράνεια; Ή, μήπως, αποτελεί το σύμπτωμα της μεγαλύτερης απόστασης που εγκαθιδρύεται ανάμεσα στις γενιές;
  • Ποια είναι τελικά εκείνα τα «ύποπτα» σημεία της εποχής, που καθορίζουν τη ζωή, την εξέλιξη, την ψυχική ισορροπία και την ευτυχία των παιδιών μας; Μπορεί η αγάπη να τα προστατέψει, η εκπαίδευση να τα θωρακίσει και η διαπαιδαγώγηση να συμβάλλει στο να ανθίσουν σε περιβάλλοντα ρευστά και αβέβαια;

Στις σελίδες που ακολουθούν, θα επιχειρηθεί ένας απολογισμός, ένας (ανα)στοχασμός, μια απόπειρα σύνθεσης όλων των κρίσιμων παραμέτρων που διαμορφώνουν το παιδί, σήμερα. Με αφετηρία τον καθοριστικό τίτλο του βιβλίου, θα αναζητήσουμε, θα καταγράψουμε και θα σχολιάσουμε το φαινόμενο της παιδικής ψυχικής υγείας και ευτυχίας μέσα στους «ύποπτους» καιρούς μας.

1. Στη σκιά της χαμένης Παιδικότητας με το βλέμμα στο φως του αύριο (Απολογισμός για το παρόν που φεύγει, μήνυμα στο μέλλον)

Εισαγωγή

Σε κάθε εποχή ο άνθρωπος αναμετριέται με τον εαυτό του. Με τα όνειρα της νιότης του, με τους φόβους που φόρεσε μεγαλώνοντας, με τις απώλειες που βαραίνουν το στήθος του σαν βότσαλα στη χούφτα ενός παιδιού. Αυτή η εποχή – η δική μας – μοιάζει να μας απεκδύει και τα λίγα παιδικά κουρέλια που μας απόμειναν, να αφανίζει δυσεύρετες αθωότητες και αλάνια χαράς, να καταπίνει με ταχύτητα εκείνη την εύθραυστη πίστη στο ποθητό που έχει κάθε καθαρό βλέμμα. Ζούμε, λένε, στο τέλος της αθωότητας. Όμως κάθε τέλος είναι η αρχή ενός αναστοχασμού. Μιας έκκλησης προς το μέρος εκείνο του εαυτού μας που μένει άσβεστο, πεισματικά άθικτο έστω και στην ερημιά. Μέσα στη φουρτούνα, έρχομαι να απολογηθώ: για όσα προδώσαμε, όσα ξεχάσαμε, όσα ανεπίγνωστα παραδώσαμε. Και μαζί, να ελπίσω δυνατά για όσα θα γεννηθούν, γαρνιρισμένα με θραύσματα φωτός – αυτά που δεν μπορεί να τα σβήσει ούτε το πιο γερασμένο σκοτάδι.

1. Χαμένη Παιδικότητα – Ο κρίσιμος φθόγγος

Η παιδικότητα, άλλοτε αυτονόητη, έγινε δυσεύρετη πολυτέλεια. Κατατρώγεται απ’ τον χρόνο χωρίς να ζήσει τον δικό της χρόνο, βιασμένη από βιαστικές εποχές. Οι παιδικές φωνές σήμερα δεν αντιλαλούν στον δρόμο. Σκιαγραφούνται δειλά πίσω από οθόνες, παγιδευμένες σε εικονικούς θορύβους. Δεν κυλιούνται στα χώματα, μην λερωθούν. Δεν χτίζουν πύργους στην άμμο, οι μεγάλοι είπαν πως ο άνεμος δεν τους αντέχει.

Η παιδικότητα έγινε φίμωση. Άγχος γι’ αυτήν που δεν προλαβαίνει να προλάβει – μαθήματα, δραστηριότητες, ξένες γλώσσες, προγράμματα προόδου, αξιολόγηση πριν καλά καλά μάθεις να προφέρεις το όνομά σου χωρίς ντροπή. Πού χάθηκαν τα χρώματα; Ποιος πήρε τα παραμύθια, τις παιδικές φιλίες, τους σαββατιάτικους ψίθυρους της βροχής στο τζάμι; Εμείς τα πήραμε. Οι μεγάλοι. Αυτοί που έμαθαν πως η αθωότητα είναι αδυναμία, πως το παιχνίδι είναι καθυστέρηση, πως το συναίσθημα είναι εμπόδιο.

Κι έτσι μεγαλώσαμε γενιές που ενηλικιώνονται πριν ζήσουν την παιδικότητά τους. Που μιλούν με λέξεις ξένες σ’ εκείνο το μικρό παιδί που ονειρεύτηκε με φόντο τον ήλιο και τη θάλασσα. Κάθομαι και λογαριάζω: μήπως αυτό μας τιμωρεί σήμερα; Μήπως το άδικο μεγαλείο του κόσμου μας είναι ο απόηχος της πληγής αυτής; Η αληθινή κρίση δεν ήταν ποτέ υλική ή πολιτική – ήταν και είναι παιδική. Φορτωθήκαμε μεγάλοι, μισοτελειωμένοι. Η χαμένη παιδικότητα είναι η χαμένη διαύγεια, το κουράγιο να ελπίζεις παράλογα, να συγχωρείς αυτονόητα, να εξελίσσεσαι παίζοντας.

2. Η συγκεχυμένη Γονεϊκότητα – Σκιές και φως

Πίσω από κάθε παιδί που βιάζεται να μεγαλώσει, ένας γονιός που βιάστηκε να ενηλικιωθεί μέσα σε εκκωφαντική ενοχή. Ο σημερινός γονέας τρέχει. Να τα προλάβει όλα, να μη στερήσει τίποτα. Να δώσει όχι μόνο όσα δεν είχε, αλλά και όσα κανείς δεν χρειάστηκε ποτέ. Βαρυφορτωμένος, εκτεθειμένος απέναντι σε κριτικές ειδικών και “ειδικών”, σε έναν αδυσώπητο ανταγωνισμό φροντίδας, σύγκρισης, “σωστών” πρακτικών. Και ταυτόχρονα μόνος. Δεν ακούει, δεν ακούγεται. Το “μαζί” έμεινε λέξη–σύμβολο στα παιδιάστικα παραμύθια. Η ουσία ξεθύμανε σε αλλαγή πάνας, σε όρια που άλλοτε καταρρέουν άλλοτε γίνονται τείχη αδιάβατα.

Η γονεϊκότητα σήμερα δεν έχει ξεκάθαρα σχήματα. Ποιόν ρόλο εκπληρώνω; Πώς συμβιβάζω την στοργή με το πείσμα, την ελευθερία με την ασφάλεια, την αγάπη με το όριο;
Το νόημα χάθηκε στην υπερπροσφορά πληροφορίας. Ξεχνάμε το αυτονόητο: η ασφάλεια ενός παιδιού δεν βρίσκεται στους τοίχους, αλλά στα βλέμματα και στην παρουσία. Δεν χρειάζεται αλάνθαστους γονείς – αλλά αληθινούς. Έτσι, φτάσαμε στο “μπράβο” να αντικαθιστά το χάδι, η αξιολόγηση το παιχνίδι, το αποτέλεσμα την εμπειρία. Τα παιδιά καθρεφτίζουν το άλγος μας. Μεγαλώνουν μέσα σε καταιγίδα που κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει.

Κι όμως – και εδώ αντιστέκεται η ζωή. Οι γονείς, παρά τις ενοχές, παλεύουν. Ψάχνουν τη σύνδεση. Προσπαθούν να γίνουν παρόντες. Η τρυφεράδα δεν εξαφανίστηκε. Απλώς κρύφτηκε πίσω από το θόρυβο, πίσω από τις καθημερινές ήττες και τις παράλογες απαιτήσεις. Κάπου εκεί, στο ημίφως, ακόμα διαστέλλεται το μεγαλείο της γονεϊκής αφοσίωσης.

3. Εκπαιδευτική αναποτελεσματικότητα – η Παιδεία ως απουσία

Σε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτατα, η εκπαίδευση όφειλε να είναι η εστία που δίνει κατεύθυνση, η άγκυρα σε θάλασσες ταραχής, ο οδηγός στη γνώση και στη ζωή. Κι όμως, το σχολείο παραμένει, συχνά, βαρύ, ακίνητο, εγκλωβισμένο σε πεπαλαιωμένες δομές, σε γραφειοκρατικούς κανόνες, σε μια γνώση παγωμένη στο χρόνο. Το μάθημα σπάνια γίνεται δέος. Περισσότερο θυμίζει λογιστικό φύλλο και καταγραφή στόχων. Ο δάσκαλος, κουρασμένος και ανασφαλής, μεταξύ προσπαθειών και εξαλλοσύνης, συχνά μοιάζει να παλεύει με φαντάσματα παλαιών ημερών ― άλλοτε ως πρίγκιπας της γνώσης, σήμερα ως διαχειριστής ύλης. Αντί να εμπνέει, επιτηρεί. Αντί να δημιουργεί σπινθήρες, μετράει απουσίες και παραδόσεις. Κι ο μαθητής; Ταλανίζεται. Αποστηθίζει για να ξεχάσει, δίνει εξετάσεις ως τελικό σκοπό και όχι ως κατάκτηση.

Στη βιασύνη μας να μορφώσουμε, ξεχάσαμε να διαπλάσουμε. Ξεχάσαμε ότι ο άνθρωπος δεν μαθαίνει όσα ταιριάζουν στη γραφειοκρατία, αλλά όσα αγγίζουν μέσα του μια αόρατη φλέβα αλήθειας. Πόσοι από εμάς θυμούνται πράγματι τα μαθήματα, κι όχι τα βλέμματα που μας εμψύχωσαν; Πόσα παιδιά σήμερα μαθαίνουν να ερωτεύονται την αμφιβολία, να πολιτεύονται με τη φαντασία, να παίρνουν δύναμη απ’ το λάθος τους; Κι όμως, το σχολείο θα έπρεπε ν’ ανοίγει δρόμους. Να γεννά ερωτηματικά, όχι μόνο απαντήσεις. Να σμιλεύει χαρακτήρες, όχι μόνο καριέρες.

Για να βγει στο φως το παιδί, πρέπει η γνώση να γίνει παιχνίδι, απορία και δημιουργία, πείσμα και ελευθερία, στροφή στη ζωή. Ξεχαστήκαμε, λοιπόν, σε μια εκπαίδευση που προτείνει την ομοιομορφία. Σπρώχνει τον καθένα σε μια στάση «βολική» για το σύστημα, αλλά αβάστακτα στενή για το όνειρο. Και η κοινωνία αναρωτιέται μετά, γιατί χάνονται όνειρα και γιατί ανθίζουν οι ανασφάλειες..!

4. Κοινωνική αναστάτωση – Η σιωπή μέσα στον θόρυβο.

Πέρα απ’ το σχολείο, πέρα από το σπίτι, αυτή την εποχή, το κοινωνικό σώμα πάσχει: διαλυμένοι δεσμοί, γενικευμένη καχυποψία, φόβος και ηχηρή εσωστρέφεια. Ο δημόσιος χώρος άλλοτε εστία συνύπαρξης, σήμερα φράγμα – ασφαλές καταφύγιο μόνο για όσους φωνάζουν πιο δυνατά κι η φωνή τους, σχεδόν πάντοτε κραυγή και όχι λέξη. Ο διάλογος εκφυλίζεται σε ανταγωνισμό, η επιχειρηματολογία σε διαξιφισμούς προθέσεων, η ατομική αγωνία σε συλλογικό πανικό. Πολλοί νιώθουν μόνοι, ακόμα κι ανάμεσα σε πλήθη – μοναξιά μέσα στη συνάθροιση. (η Καβαφική ερημία του πλήθους…)

Οι κρίσεις – οικονομικές, πολιτικές, υγειονομικές – βάθυναν το ρήγμα. Η απουσία εμπιστοσύνης έγινε η νόρμα. Κάθε διαφορά μοιάζει πλέον απειλή, κάθε καινοτομία αιτία διχασμού. Τα παιδιά μέσα σε αυτή τη ροή μεγαλώνουν καλυμμένα από το ρούχο της ανασφάλειας. Εσωτερικεύουν τον φόβο και την αβεβαιότητα πιο εύκολα απ’ ό,τι το παιχνίδι. Οι νέοι, αντί να ονειρεύονται, συχνά αμύνονται. Κι όμως, μέσα στην αναστάτωση, σαν κάπως ξαφνικά, γεννιούνται μικρές εστίες αισιοδοξίας. Μια αυθόρμητη αλληλεγγύη, ένα δίκτυο βοήθειας, μια πρωτοβουλία εθελοντισμού. Εκεί που όλα φαίνονται διαλυμένα, γεννιέται η υπόμνηση ότι το κοινό καλό δεν χάθηκε, απλώς χρειάζεται χώρο και θάρρος να ανθίσει.

5. Παγκόσμια σύγχυση – Οι σιωπές της εποχής

Σήμερα, πιο πολύ από ποτέ ίσως, νιώθουμε την παγκόσμια σύγχυση όχι μόνο στα νέα, στους πολέμους, στις αγορές. Τη νιώθουμε στα σπίτια μας, στο βλέμμα των παιδιών μας. Ένα βλέμμα ήσυχο αλλά και βαθιά ανήσυχο ταυτόχρονα. Η ταχύτητα των αλλαγών, η κατάρρευση βεβαιοτήτων, η διαρκής τεχνολογική επανάσταση και το φάσμα της οικολογικής κρίσης διαβρώνουν συθέμελα τα ερείσματα που τόσα χρόνια οικοδομήσαμε. Παγκοσμιοποίηση, πρόοδος, διασύνδεση – λέξεις που άλλοτε ενέπνεαν θαυμασμό τώρα προκαλούν και τρόμο. Γιατί κάθε μεγάλο κέρδος φέρνει και μια μεγάλη απώλεια: της ταυτότητας, της αίσθησης του ανήκειν, του μέτρου στην πληροφορία, της ελπίδας στην αλλαγή. Ανίκανοι να ελέγξουμε τις εξελίξεις, αποσυρόμαστε στο μικρό μας σύμπαν, ένα βήμα πριν το λαβύρινθο. Κι όμως, σ’ αυτή την καταιγίδα, αναδύονται ερωτήματα που ποτέ πριν δεν πήραμε το θάρρος να αναρωτηθούμε: Ποιος είναι ο σκοπός; Πώς μετατρέπεται η γνώση σε σοφία; Πώς χτίζουμε μέλλον όταν το παρόν αφήνει πίσω του χαμένους;

6. Το φως του μέλλοντος – Εκεί, που όλα αρχίζουν ξανά

Κοιτώ το παρόν που φεύγει και, αντί ν’ απελπίζομαι, νιώθω την ανάγκη να ψάξω μέσα στις στάχτες του για το σπινθήρα που θα φέρει τη νέα αρχή. Το μέλλον, παρά την απαισιοδοξία των καιρών, κουβαλά επάνω του μια υπόσχεση – συνήθως αθέατη, συχνά αβέβαιη, μα πάντοτε επίμονη.

Ο σπόρος της αλλαγής υπάρχει ακόμη μέσα στα παιδιά, στα όνειρα, στις μικρές πράξεις αλληλεγγύης, στη θέληση για δημιουργία. Τα παιδιά μεγαλώνουν όχι μόνο με χαμένες αθωότητες, αλλά και με νέες αντοχές. Μαθαίνουν να πολεμούν για το αυτονόητο: μια δίκαιη κοινωνία, ένα ουσιαστικό “μαζί”, μια γεύση χαράς στο καθημερινό. Το μέλλον είναι διάλογος με το παρελθόν και το παρόν.

Είναι η στιγμή που το χαμένο βρίσκει τρόπο να επινοήσει καινούργιους δρόμους, να χτίσει γέφυρες εκεί που άλλοτε ορθώνονταν τείχη. Κάθε γενιά, κάθε εποχή, καλείται να επανεφεύρει το νόημα της παιδικότητας. Εκεί, είναι τα ζωντανά της καλύτερα λόγια.

7. Ο χρόνος που μένει

Ίσως, αυτή είναι η μόνη αληθινή ελπίδα: ότι τίποτε δεν χάθηκε οριστικά. Κάθε τι που φοβηθήκαμε, κάθε τι που χάθηκε, κάθε συστολή ή δειλία, μπορεί να αναμετρηθεί από την τόλμη μιας καινούργιας αυγής. Το τέλος γίνεται αρχή. Η απώλεια γίνεται σπορά. Η ενοχή γίνεται ευθύνη. Η παιδικότητα, πεισματικά χαμένη, παραμένει ο φάρος για τους μεγάλους που κουράστηκαν, για τους νέους που διψούν να ζήσουν. Απευθύνομαι σε όλους:

«… Ό,τι κι αν μας πλήγωσε. Ό,τι κι αν προδώσαμε ή απεμπολήσαμε, γίνεται δάσκαλος αν έχουμε το θάρρος να αναστοχαστούμε. Καμία εποχή δεν είναι τόσο σκοτεινή ώστε να σβήσει το φως που κουβαλά μια αγνή ματιά, μια παιδική φαντασία, ένα άγγιγμα στοργής. Αυτός ο απολογισμός, λοιπόν, ας μην έχει φθόγγους μόνο μελαγχολίας, αλλά και σκληρής ελπίδας. Αν έχουμε το θάρρος να παραδεχτούμε τις ήττες μας, έχουμε τη δύναμη να ξαναχτίσουμε το παρόν. Το μέλλον δεν χαρίζεται, διεκδικείται. Με πείσμα, με αλληλεγγύη, με το ευπρόσδεκτο γέλιο της παιδικότητας που ποτέ δεν χάνεται οριστικά. Για όλα όσα ήρθαν, για εκείνα που χάθηκαν. Για κείνα που, παρά τα πάντα, ξεπηδούν κάθε χάραμα – επιλέγω να ελπίζω.

Γιατί το φως του αύριο ξεκινά από τη σκιά του χτες. Μα μεγαλώνει από εκείνα τα παιδιά που θυμούνται ακόμα να παίζουν…Σ’ αυτά τα παιδιά, παράλληλα με το θαυμασμό και την ευθύνη μας τους οφείλουμε μια βαθιά και ειλικρινή συγνώμη…

8. Ανα-νοηματοδότηση: Οικογένειας – Παιδικότητα – Γονεϊκότητα – Ένα Οραματικό Παλίμψηστο του Παρόντος και του Μέλλοντος

Το νόημα της οικογένειας, της παιδικής ουσίας και της γονεϊκής ευθύνης μετασχηματίζεται αέναα στη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και την πραγματική ζωή. Στην εποχή της νεωτερικότητας, απαιτείται αναστοχασμός. Μια προσπάθεια ανα-νοηματοδότησης που ανοίγει προοπτικές και προσκαλεί στον διάλογο της καρδιάς με τον νου.

α) Οικογένεια: Πλαίσιο, υπόσταση και αναζήτηση ύπαρξης

Η οικογένεια δεν είναι πια το αυτονόητο καταφύγιο της παράδοσης. Είναι, όπως γράφει η Αλκυόνη Παπαδάκη, «γη, ουρανός και ανέμου στροβιλισμοί. Εκεί, που ξαναγεννιέσαι κι ας μην το ξέρεις».

Ας στοχαστούμε μαζί με τον Ε. Παπανούτσο πως «η οικογένεια δεν φυλακίζει, τρέφει»˙ κι ας θυμηθούμε τον Yalom: το πιο βαθύ ανθρώπινο άγχος είναι αυτό του αποχωρισμού και της απώλειας δεσμών. Η οικογένεια, σήμερα, μπορεί να γίνει το χώμα όπου ριζώνει ο αυθεντικός εαυτός, όχι πια μόνο μέσω βιολογικών, αλλά προπάντων μέσω υπαρξιακών δεσμών: επιλογές, συμβάσεις, εκδοχές.

Στη σκέψη του Γιανναρά η οικογένεια “ξυπνά το πρόσωπο˙ προετοιμάζει για κοινωνία και όχι για απομόνωση”. Στο έργο του Σ. Ράμφου διαφαίνεται το τραύμα της εθνικής οικογένειας που γίνεται, όμως, αφετηρία αυτογνωσίας.

Εμπλουτισμός αποσπάσματος (Αλκυόνη Παπαδάκη): “Πάντα μια αγκαλιά γύρευα. Μια σιωπηλή ρίζα να με θρέψει. Κι η οικογένεια, όποτε πονούσε, δε φώναζε˙ ήξερε να σωπαίνει. Κι αυτή η σιωπή μου έλειψε περισσότερο, όταν μεγάλωσα.”

β) Το Θαύμα της Παιδικότητας – Ουσία και Ανάδειξη

Στο κέντρο όλων αυτών, στέκεται η παιδικότητα. Όχι τυχαία ή απλώς ως μια “φάση”, αλλά ως μυστική ουσία της ίδιας της ανθρώπινης υπόστασης. Η παιδικότητα δεν είναι απλώς μια ηλικιακή κατηγορία: είναι δύναμη δημιουργίας, πόθος για το απρόβλεπτο, ψυχική ορμή για παιχνίδι, πειραματισμό, επινόηση. Σε αυτό έγκειται και το θαύμα της• η παιδικότητα δεν εξαντλείται ποτέ, ακόμα κι αν η ενήλικη ύπαρξη, συνήθως, την ξεχνά ή την απωθεί.

Να δούμε την παιδικότητα ως αιώνιο αρχέτυπο, ως φάρο της ανθρώπινης συνειδητότητας: η ικανότητα να βλέπεις τον κόσμο κάθε μέρα από την αρχή, να τον αναρωτιέσαι και να τον προσδιορίζεις εξαρχής, είναι το κεντρικό θαύμα που προσφέρει στο σπίτι, στη γειτονιά, στην κοινωνία• είναι το στοιχείο που ανανεώνει, που αναιρεί τον στείρο κύκλο της επανάληψης και των τετριμμένων βεβαιοτήτων.

Στο παρόν, η ανάδειξη της παιδικότητας αποτελεί κλειδί ποιοτικής αναβάθμισης του οικογενειακού ιστού και, ευρύτερα, του κοινωνικού συνόλου. Προϋποθέτει μια αγρυπνούσα ευαισθησία απέναντι στα δικαιώματα, στις ανάγκες και στα όνειρα των παιδιών, αλλά και μια γενικότερη στάση απέναντι στη Ζωή — εκείνη την ανοιχτή, πλουραλιστική, περιεκτική στάση που βλέπει τους εαυτούς όλων μας ως φορείς παιδικότητας, ακόμη και υπό το βάρος της ηλικίας και των ευθυνών.

Η παιδικότητα, γράφει ο Τριβιζάς, αποτελεί το μοναδικό “σίγουρο εισιτήριο για να δεις τον κόσμο αλλιώς”. Ο Dewey πρότασσε πως το παιδί είναι το “ζωντανό εργαστήριο της ελευθερίας”· όπως και ο Freire, που έθεσε ως προτεραιότητα μια παιδεία απελευθερωτική, όπου ο ενήλικος μαθαίνει από το παιδί. Ο Daniel Goleman αναδεικνύει τη συναισθηματική νοημοσύνη ως κεφάλαιο ανεκτίμητο, ρίζα της οποίας είναι η έκφραση του αυθορμητισμού, της φαντασίας, του παιχνιδιού, θεμέλια της παιδικότητας.

Ενδεικτικό λογοτεχνικό απόσπασμα (Ευγένιος Τριβιζάς): “Όταν πιστέψεις ότι ένα μολύβι μπορεί να γίνει αερόστατο, πως μιλώντας με το φεγγάρι, ανασαίνεις ελευθερία, τότε ξέρεις πως δεν έχεις πια χάσει την παιδικότητά σου.”..!

γ) Όρια, Ευθύνες και Προοπτικές της Γονεϊκότητας – Γνήσιο Παρελθόν και Ανοιχτό Μέλλον

Στη γονεϊκότητα αρθρώνεται το δίπολο της ρίζας και της πτήσης. Ο Carl Rogers μάς υπενθυμίζει ότι “το να αγαπάς σημαίνει να ακούς βαθιά το παιδί. Να είσαι, όχι να φαίνεσαι”. Ο Gottman μελέτησε πώς η υγιής γονεϊκή σχέση θεμελιώνεται στη συναισθηματική διαθεσιμότητα και τον εποικοδομητικό διάλογο. Στα έργα του Dyer και του Goleman, η υπευθυνότητα του γονέα δεν συνίσταται στον έλεγχο αλλά στην προαγωγή της αυτονομίας του παιδιού, με αγάπη που χτίζει όρια χωρίς να τα μεταχειρίζεται ως τιμωρία. Απόσπασμα (Carl Rogers): “Ίσως η μεγαλύτερη βοήθεια που μπορείς να προσφέρεις σε ένα παιδί είναι να το αποδεχτείς όπως ακριβώς είναι, εκεί που βρίσκεται.”

9. Κριτικός Σχολιασμός & Οραματική Προέκταση

Η σύγχρονη οικογένεια καλείται να ξαναβρεί το νήμα της αυθεντικότητας, μέσα από την ενσυναίσθηση, τη ρευστότητα των ρόλων, τον σεβασμό στη δομική πολυμορφία. Ο Παναγιώτης Τσακαλίδης γράφει: “Ο γονιός στην ουσία μεγαλώνει εαυτόν. Το παιδί μοιάζει ο καθρέφτης όπου καθρεπτίζεται και διορθώνει την ωριμότητα ή την ανωριμότητά του”.

Η παιδικότητα είναι ανεκτίμητη δύναμη αντίστασης στον κυνισμό. Είναι το δικαίωμα στο θαύμα, το οποίο πρέπει να υπερασπιστούμε ως πολιτισμικό και αξιακό πρόταγμα (Dewey, Παπανούτσος).

Η γονεϊκότητα, τέλος, είναι συνείδηση ιστορική και προοπτική: δανεική μας είναι η εξουσία πάνω στο παιδί. Δικό του θα είναι το αύριο. Οι γνήσιες αξίες του παρελθόντος (αγάπη, στήριξη, καθοδήγηση, συγχώρεση), αντί να λειτουργούν ως περιοριστικά στερεότυπα, οφείλουν να μεταπλαστούν – να ενσαρκωθούν με τόλμη μέσα στο νέο γίγνεσθαι. Το “θαύμα” του δεσμού και της ελευθερίας, της παράδοσης και της ανανέωσης, του παιδικού βλέμματος και της γονεϊκής στοργής, αποτελούν τον ορίζοντα της επαν-νοηματοδότησης.

Από Παπανούτσο: “Μόνο ό,τι σε σέβεται πραγματικά σε διδάσκει. Και μόνο ό,τι τολμά να σε αφήσει ελεύθερο, σε αγαπά αληθινά.”

10. Ενσωμάτωση των Αξιών της Παιδικότητας, Νέοι Δρόμοι Ανακάλυψης και Ονείρων

Κλείνοντας αυτήν την κριτική αποτίμηση, είναι φανερό ότι η επανεξέταση και η ενσωμάτωση των αξιών της παιδικότητας μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους ανακάλυψης και προσμονής ονείρων για το άτομο και την κοινωνία. Ο άνθρωπος που επιστρέφει με ανοιχτή καρδιά σε μονοπάτια θαυμασμού και περιέργειας αναβαθμίζει την ποιότητα της ζωής του, ξαναβρίσκει ελπίδα, ενθουσιασμό και ουσιαστική χαρά.

Δεν πρόκειται απλώς για μια νοσταλγία. Η επιστροφή στην παιδικότητα συνιστά μια συνειδητή επιλογή θέασης του κόσμου και των άλλων, με εμπιστοσύνη, αισιοδοξία και κριτική εγρήγορση. Η παιδικότητα γίνεται δημιουργικός λαμπτήρας ήθους, κώδικας ενσυναίσθησης και αλληλεγγύης απέναντι στον πόνο και την αδικία, καταξιώνοντας το ταξίδι της ωριμότητας με μια «ψυχή γεμάτη περιέργεια και θαυμασμό».

Η ενσωμάτωση της παιδικότητας στις δομές της κοινωνίας και της προσωπικής μας ζωής είναι μια αέναη πρόκληση. Είναι, όμως, και το ύστατο στοίχημα για ένα μέλλον που δεν θα φοβάται να ανακαλύπτει, να ονειρεύεται, να δημιουργεί και να αγαπά.

Η παιδικότητα δεν είναι ένα εφήμερο στάδιο της ανθρώπινης εξέλιξης, αλλά ένα ουσιώδες συστατικό της ύπαρξης, μια επιλογή ζωής. Αποτελεί τη δύναμη της αθωότητας απέναντι στον κυνισμό, την ελευθερία απέναντι στη συμβατικότητα, την έμπνευση απέναντι στην απογοήτευση. Ας συνεχίσουμε το ταξίδι αυτό με μια καρδιά ανοιχτή στην εμπειρία και μια ψυχή γεμάτη περιέργεια και θαυμασμό – γιατί μόνο έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο και να διαμορφώσουμε ένα μέλλον αντάξιο της ανθρωπιάς μας. Μόνο έτσι θα ανταποκριθούμε στο στοιχειώδες χρέος μας απέναντι στη νέα γενιά προς την οποία οφείλουμε, ταπεινά συγνώμη…

Σε μια εποχή όπου οι πληροφορίες πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο και η καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, πολυπλοκότητα και ραγδαίες αλλαγές, η γονεϊκή ιδιότητα μετατρέπεται αναγκαστικά από στατική σε δυναμική. Από τους «παντογνώστες» γονείς του παρελθόντος καθώς και τα παραδοσιακά πρότυπα, περάσαμε στη διαρκή αμφισβήτηση, την αναζήτηση απαντήσεων και την ταπεινή αποδοχή της ατελούς γνώσης. Το σωκρατικό απόφθεγμα, φορτισμένο από φιλοσοφική εντιμότητα και πνευματική ταπεινότητα, λειτουργεί σαν κοινός παρονομαστής – ή ακόμα και σαν οδηγός πλεύσης – στην αναδιαμόρφωση του τρόπου σκέψης που χρειάζεται ο σημερινός γονέας.

Γεώργιος Τσούκας
(απόσπασμα από το βιβλίο μου: Καιροί «ύποπτοι» , Γονείς ανύποπτοι;)

Προσθέστε ένα σχόλιο

Διαβάστε επίσης
Εισαγωγή: Ψυχική ανθεκτικότητα ως υπαρξιακό και κοινωνικό αίτημα Στην εποχή…
error: Το περιεχόμενο προστατεύεται από αντιγραφή !!